ΠΟΛ.1166/1.8.2011
Καθορισμός περιεχομένου, προϋποθέσεων και κριτηρίων πιστοποίησης των λογιστών φοροτεχνικών
Αθήνα, 1 Αυγούστου 2011
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
1. ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ & ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΕΙΣΟΔ/ΤΟΣ (Δ12)
ΤΜΗΜΑΤΑ Β’- Α’
Ταχ. Δ/νση: Καρ. Σερβίας 10
Ταχ. Κώδ.: 101 84 Αθήνα
Πληροφορίες: Α.Μαλιάγκα-Φ.Φανάρα-Γ.Βαρνάκου
Τηλέφωνο: 210-3375311, 312
ΦΑΞ: 210-3375001
2. ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΩΝ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ
ΓΕΝ.Δ/ΝΣΗ ΚΕΠΥΟ
ΠΟΛ 1166
ΘΕΜΑ: Καθορισμός περιεχομένου, προϋποθέσεων και κριτηρίων πιστοποίησης των λογιστών φοροτεχνικών.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
Έχοντας υπόψη:
1. Τις διατάξεις με τις οποίες καθορίζεται το νέο πλαίσιο αρμοδιοτήτων των λογιστών φοροτεχνικών και καθιερώνεται η πιστοποίηση του λογιστή φοροτέχνη από το Οικονομικό Επιμελητήριο της Ελλάδος.
2. Τις διατάξεις του ν.2515/1997 (ΦΕΚ Α’ 194), του άρθρου δέκατου του ν.3912/2011 (ΦΕΚ Α’ 17), του άρθρου 17 του ν.3470/2006( ΦΕΚ Α’ 132), του άρθρου 38 του ν.2873/2000 (ΦΕΚ Α’ 285), του Π.Δ. 340/1998 (ΦΕΚ Α’ 228) και του
Π.Δ. 186/1992 (ΦΕΚ Α’ 84).
3. Τις διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 62 και της παρ.11 του άρθρου 31 του ν.
2238/1994 (ΦΕΚ Α’ 151).
4. Την ΠΟΛ.1008/19.1.2011 ΑΥΟ (ΦΕΚ Β’ 136) με την οποία ορίζονται τα όρια των ακαθαρίστων εσόδων των επιχειρήσεων και ελεύθερων επαγγελματιών που τηρούν βιβλία β’ κατηγορίας του Κ.Β.Σ. πάνω από τα οποία υφίσταται υποχρέωση υπογραφής των δηλώσεων από λογιστή φοροτεχνικό με βάση τις διατάξεις του άρθρου 38 του νόμου
2873/2000.
5. Την ανάγκη βελτίωσης της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών προς τους φορολογουμένους και διευκόλυνσης των συναλλαγών με τις φορολογικές αρχές.
6. Την ανάγκη υπογραφής των δηλώσεων καθώς και των συνυποβαλλόμενων εντύπων ή καταστάσεων από πιστοποιημένο λογιστή φοροτεχνικό όπως αυτή καθορίζεται από τις ισχύουσες διατάξεις.
7. Ότι από την απόφαση αυτή δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού:
ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΜΕ
Άρθρο 1
ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΙ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΑΞΕΙΣ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΛΟΓΙΣΤΗ - ΦΟΡΟΤΕΧΝΙΚΟΥ
1. Δικαιούχοι πιστοποίησης ορίζονται φυσικά πρόσωπα κάτοχοι άδειας Λογιστή Φοροτεχνικού οποιασδήποτε τάξεως (ν. 2515/1997, Π.Δ. 340/1998, του άρθρου 38 του ν. 2873/2000, του άρθρου 17 του ν.3470/2006 και του άρθρου δέκατου του ν. 3912/2011), καθώς και τα γραφεία παροχής λογιστικών και φοροτεχνικών υπηρεσιών που ορίζονται με τις διατάξεις του άρθρου 10 του
Π.Δ. 340/1998.
2. Οι τάξεις πιστοποίησης ακολουθούν τις τάξεις παροχής αδείας άσκησης δραστηριότητας Λογιστή - Φοροτεχνικού.
Άρθρο 2
ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΛΟΓΙΣΤΗ - ΦΟΡΟΤΕΧΝΙΚΟΥ
1. Η πιστοποίηση χορηγείται από το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος μετά την διαπίστωση των ακόλουθων προϋποθέσεων, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν αθροιστικά:
i Κατοχή αδείας ασκήσεως λογιστή φοροτεχνικού όλων των τάξεων (ν. 2515/1997, Π.Δ. 340/1998, του άρθρου 38 του ν. 2873/2000, του άρθρου 17 του ν. 3470/2006 και του άρθρου δέκατου του ν.
3912/2011).
ii. Έναρξη άσκησης επιτηδεύματος στη Δ.Ο.Υ. του επαγγέλματος του Λογιστή φοροτεχνικού για τους ελεύθερους επαγγελματίες, ή άσκησης ατομικής επιχείρησης ή απόδειξη της ιδιότητας του ως μέλος προσωπικής εταιρείας ή βεβαίωση του εργοδότη απασχόλησης από την οποία να προκύπτει η απασχόλησή του ως λογιστή ή βοηθού λογιστή στη συγκεκριμένη εταιρεία στην οποία απασχολείται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας
iii. Αντίγραφο Ποινικού Μητρώου για κάθε φυσικό πρόσωπο, μέτοχο ή εταίρο.
iv. Φορολογική και Ασφαλιστική Ενημερότητα από τον υποχρεωτικό φορέα ασφάλισης
2. Ειδικότερα, κατά την πρώτη εφαρμογή της πιστοποίησης των λογιστών - φοροτεχνικών, καθιερώνεται μεταβατικό στάδιο από τη δημοσίευση σε ΦΕΚ της παρούσης και έως την 31η Δεκεμβρίου 2012 κατά τη διάρκεια του οποίου όλοι οι κάτοχοι άδειας ασκήσεως λογιστή φοροτεχνικού όλων των τάξεων θεωρούνται πιστοποιημένοι, προκειμένου να προετοιμαστούν ανάλογα το Οικονομικό Επιμελητήριο, η Γ.Γ.Π.Σ. και οι δικαιούχοι πιστοποίησης να έχουν συγκεντρώσει τα δικαιολογητικά. Σε περίπτωση που κατά την 31.12.2012 δεν έχουν προσκομισθεί όλα τα δικαιολογητικά που αναφέρονται στην παράγραφο 1 η προσωρινή πιστοποίηση αίρεται.
3. Με την πρώτη αίτηση πιστοποίησης καταβάλλεται παράβολο ανάλογα με την τάξη της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος υπέρ του Οικονομικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας. Οι κάτοχοι Α’ τάξεως τριακόσια (300) ευρώ, Β’ τάξεως διακόσια (200) ευρώ και Γ’ τάξεως εκατό (100). Σε περίπτωση αναβάθμισης της υπόψη άδειας, ανά τάξη καταβάλλεται παράβολο εκατό (100) ευρώ.
Άρθρο 3
ΈΡΓΑ ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΤΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΜΕΝΟΥ ΛΟΓΙΣΤΗ - ΦΟΡΟΤΕΧΝΙΚΟΥ
1. Αποκλείονται από την πιστοποίηση του λογιστή φοροτεχνικού οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι υπάλληλοι ΝΠΔΔ, ανεξάρτητα από τη σχέση εργασίας καθώς και υπάλληλοι των αποκεντρωμένων υπηρεσιών του δημοσίου, δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων κλπ. όπου η άσκηση πρόσθετου βιοποριστικού επαγγέλματος απαγορεύεται από τις ισχύουσες διατάξεις, εκτός εάν πρόκειται για εργασίες του φορέα στον οποίο εργάζονται.
2. Επίσης, αποκλείονται από την πιστοποίηση του λογιστή φοροτεχνικού οι ορκωτοί ελεγκτές. Ωστόσο, έχουν τη δυνατότητα να συντάσσουν και να υπογράφουν οι ίδιοι τις προσωπικές τους δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος.
Άρθρο 4
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΛΟΓΙΣΤΗ ΦΟΡΟΤΕΧΝΙΚΟΥ
1. Στο Οικονομικό Επιμελητήριο συνιστάται πενταμελής επιτροπή πιστοποίησης, αποτελούμενη από δύο μέλη του Οικονομικού Επιμελητηρίου, ένα μέλος της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχου (ΕΛΤΕ) και δύο εκπροσώπους του Υπουργείου Οικονομικών από τη Γενική Γραμματεία Φορολογικών και Τελωνειακών Θεμάτων με τους νόμιμους αναπληρωτές τους.
2. Έργο της επιτροπής είναι ο έλεγχος των υποβαλλόμενων δικαιολογητικών του άρθρου 2 κατόπιν σχετικής αίτησης του ενδιαφερόμενου και η χορήγηση της αιτούμενης πιστοποίησης του λογιστή φοροτεχνικού.
3. Η Επιτροπή υποβοηθείται στο έργο της από την κεντρική διοίκηση του Οικονομικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας και τις τοπικές του, οι οποίες προετοιμάζουν το σχετικό φάκελο με τα δικαιολογητικά των δικαιούχων και τον προωθούν στην Επιτροπή Πιστοποίησης.
4. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ορίζεται η συγκρότηση της επιτροπής, κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την λειτουργία της καθώς και η αποζημίωση των μελών της, η οποία βαρύνει τον προϋπολογισμό του Οικονομικού Επιμελητηρίου.
Άρθρο 5
ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΜΕΝΩΝ ΛΟΓΙΣΤΩΝ - ΦΟΡΟΤΕΧΝΙΚΩΝ
Οι υποχρεώσεις των πιστοποιημένων λογιστών - φοροτεχνικών προσδιορίζονται αναλυτικά με τις ακόλουθες ισχύουσες διατάξεις:
1. Στο άρθρο 2 του
Π.Δ. 340/1998 περί περιεχομένου του επαγγέλματος του.
2. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 38 του ν. 2873/2000, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με τις διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου 17 του ν.
3842/2010 περί ευθύνης λογιστών αναφορικά με θέματα υποβολής δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος, παρακρατούμενων και έμμεσων φόρων.
3. Στο άρθρο 29 του
Π.Δ. 186/1992 (Κ.Β.Σ.) περί κατάρτισης και υπογραφής των οικονομικών καταστάσεων.
4. Στην παράγραφο 8 του άρθρου 17 του ν.
3842/2010 περί υποχρέωσης ψηφιακής υπογραφής.
5. Στην παράγραφο 11 του άρθρου 31 του ν.
2238/1994 (Κ.Φ.Ε.) περί επιβολής κυρώσεων εις βάρος της επιχείρησης και του μισθωτού λογιστή σε περίπτωση μη υπογραφής της δήλωσης φόρου εισοδήματος.
Άρθρο 6
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΜΗΤΡΩΟΥ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΜΕΝΩΝ ΛΟΓΙΣΤΩΝ-ΦΟΡΟΤΕΧΝΙΚΩΝ
1. Με την χορήγηση της πιστοποίησης του λογιστή φοροτεχνικού δημιουργείται ταυτοχρόνως μητρώο πιστοποιημένου λογιστή - φοροτεχνικού και χορηγείται αριθμός πιστοποίησης. Το μητρώο, σύμφωνα με την αριθ.976/29.6.2010 άδεια της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, αναρτάται επικαιροποιηυένο μέχρι το τέλος του Φεβρουαρίου κάθε έτους στο διαδικτυακό χώρο της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων, ώστε να καθίστανται γνωστοί οι πιστοποιημένοι Λογιστές - Φοροτεγνικοί στις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών αλλά και στους φορολογούμενους.
2. Το μητρώο πιστοποίησης λογιστών αποστέλλεται ηλεκτρονικά μέσω διαδικτύου στη Γ.Γ.Π.Σ.
3. Στους πιστοποιημένους λογιστές - φοροτεχνικούς χορηγείται, από το Οικονομικό Επιμελητήριο, κάρτα πιστοποιημένου λογιστή - φοροτεχνικού πάνω στην οποία πέραν των αναγραφομένων στοιχείων στην άδεια άσκησης του επαγγέλματος του λογιστή αναγράφεται και ο αριθμός και η τάξη πιστοποίησης.
4. Η κάρτα αυτή ανανεώνεται το πρώτο τρίμηνο κάθε τρίτου έτους με την προσκόμιση αντιγράφου Ποινικού Μητρώου, Φορολογικής και Ασφαλιστικής Ενημερότητας και την καταβολή παραβόλου που θα προβλεφθεί ύστερα από σχετική απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.
Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Ακριβές Αντίγραφο
Η Προϊσταμένη της Γραμματείας
Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ
Αύγουστος 25th, 2011
Posted by
elogistiki |
Γενικά, Λογιστικά, Λογιστικοί Σύλλογοι |
no comments
Δεν υπολογίζεται υπεραξία σε περίπτωση έναρξης επιχείρησης σε χώρο που υπήρξε επιχείρηση με το ίδιο αντικείμενο.
ΠΟΛ.1169/2.8.2011
Μη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ΚΦΕ σε περίπτωση διακοπής των εργασιών επιχείρησης και έναρξης στον ίδιο χώρο με το ίδιο αντικείμενο εργασιών άλλης επιχείρησης
Αθήνα, 2 Αυγούστου 2011ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛ. ΕΙΣΟΔ/ΤΟΣ (Δ12)
ΤΜΗΜΑ: Β’
Ταχ. Δ/νση : Καρ. Σερβίας 10
Ταχ. Κώδικας : 101 84 Αθήνα
Πληροφορίες : Φ. Φανάρα
Τηλέφωνο : 210 3375311
ΦΑΞ : 210 3375001
ΠΟΛ 1169Αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:
1. Σύμφωνα με τις διατάξεις της περ. α’ της παρ.1 του άρθρου 13 του ΚΦΕ, φορολογείται αυτοτελώς λογιζόμενο ως εισόδημα με συντελεστή 20% κάθε κέρδος ή ωφέλεια που προέρχεται από τη μεταβίβαση: αα) ολόκληρης επιχείρησης με τα άυλα στοιχεία αυτής, όπως αέρας, επωνυμία, σήμα, προνόμια κτλ ή υποκαταστήματος επιχείρησης, όπως αυτό ορίζεται από τις διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 9 του ΚΒΣ, ββ) εταιρικών μερίδων ή μεριδίων, ποσοστών σε κοινωνία αστικού δικαίου που ασκεί επιχείρηση ή επάγγελμα, ή σε κοινοπραξία, εκτός κοινοπραξίας τεχνικών έργων, της παρ.2 του άρθρου 2 του ΚΒΣ. Η ωφέλεια υπολογίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ίδια περίπτωση, παράγραφο, άρθρο και νόμο.
Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται κατά την περίπτωση που συντελείται μεταβίβαση με αντάλλαγμα.
2. Περαιτέρω, με την αριθμ. πρωτ.
1052699/1082/Α0012/30.5.2003 διαταγή μας, έγινε δεκτό ότι επιβάλλεται φόρος υπεραξίας σε περίπτωση διακοπής των εργασιών επιχείρησης (ατομικής ή εταιρείας) και έναρξης στον ίδιο χώρο με το ίδιο αντικείμενο εργασιών άλλης επιχείρησης (ατομικής ή εταιρείας) μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα έξι μηνών.Είναι προφανές ότι η θέση αυτή βασίστηκε στο ότι στις πιο πάνω περιπτώσεις διακοπής και έναρξης εργασιών επιχειρήσεων με το ίδιο αντικείμενο εργασιών είναι πιθανόν να υποκρύπτεται η καταβολή «αέρα» ή μεταβίβαση ολόκληρης της επιχείρησης που σταματά τις εργασίες της.
3. Εξάλλου, το ΣτΕ με την 2661/2008 απόφασή του έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι για την επιβολή της αυτοτελούς φορολόγησης 20% στο κέρδος ή στην ωφέλεια που προκύπτει από τη μεταβίβαση επιχείρησης ως σύνολο, η φορολογική Αρχή φέρει το βάρος απόδειξης ότι έλαβε χώρα μεταβίβαση της επιχείρησης.
4. Κατόπιν των ανωτέρω προκύπτει, ότι οι διατάξεις της περ.α’ της παρ.1 του άρθρου 13 του ΚΦΕ έχουν εφαρμογή σε περίπτωση που συντελείται πραγματική μεταβίβαση με την καταβολή τιμήματος. Κατά συνέπεια κατά τη διακοπή εργασιών επιχείρησης και έναρξη εργασιών στον ίδιο χώρο χωρίς να προκύπτει η καταβολή τιμήματος δεν επιβάλλεται φόρος εισοδήματος. Αντίθετα, η ύπαρξη καταβληθέντος τιμήματος έχει ως αποτέλεσμα την εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων για οφειλή φόρου με 20%
Ενόψει των ανωτέρω, από την έκδοση της παρούσης ανακαλείται κατά το μέρος αυτό η αριθμ. πρωτ.
1052699/1082/Α0012/30.5.2003 εγκύκλιος, δηλαδή από εδώ και στο εξής κατά την διακοπή εργασιών επιχείρησης και έναρξη στον ίδιο χώρο με το ίδιο αντικείμενο εργασιών άλλης επιχείρησης δεν οφείλεται φόρος υπεραξίας, όταν δεν προκύπτει η καταβολή σχετικού τιμήματος.Ο ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ
ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
Αύγουστος 25th, 2011
Posted by
elogistiki |
Γενικά, Υπεραξία Μεταβίβασης |
no comments
Μέχρι 30/9/2011 θα μπορούν να πληρώνουν τις εισφορές τους στα υποκαστήματα του ΙΚΑ οι εργοδότες
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ
Δ Ι Ο Ι Κ Η Σ Η
ΓΕΝ. Δ/ΝΣΗ ΑΣΦ/ΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ - ΕΣΟΔΩΝ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ
Ταχ. Διεύθυνση : Αγ. Κων/νου 8
10241 ΑΘΗΝΑ
Αριθ. τηλεφώνου : 210 52 15 248 - 251
FAX : 210 52 23 228
Αθήνα 19/8/2011
Αριθμ. Πρωτ. Γ99/1/140
ΘΕΜΑ : «Προθεσμία Είσπραξης Ασφαλιστικών Εισφορών υπέρ του Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. από τους εργοδότες»
ΣΧΕΤ. : Η υπ’ αριθμ. εγκύκλιο 45/2011 εγκύκλιος της Δ/νσης Ασφάλισης – Εσόδων. Με αφορμή ερωτήματα Υποκ/των μας, αλλά και εργοδοτών σχετικά με την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών βάσει του άρθρου 40 του Ν.3863/2010 μέσω τραπεζικού συστήματος ή ΕΛΤΑ, για το οποίο δόθηκαν οδηγίες με την εγκύκλιο 45/2011, σας ενημερώνουμε ότι η Διοίκηση του Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. αποφάσισε όπως μέχρι 30/9/2011 οι τρέχουσες ασφαλιστικές εισφορές (εμπρόθεσμες και εκπρόθεσμες) δύναται να εισπράττονται και από τα Υποκ/τα και Παρ/τα του Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ..
Κατά την προσέλευση των εργοδοτών πρέπει να γίνεται ενημέρωση ότι από 1/10/2011 η καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών προς το Ίδρυμα θα γίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προαναφερόμενη εγκύκλιο της Διεύθυνσης Ασφάλισης – Εσόδων χωρίς παρέκκλιση .
Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ
ΡΟΒΕΡΤΟΣ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
Αύγουστος 25th, 2011
Posted by
elogistiki |
Αργίες, Εργατικά |
no comments
Αρθρο 18 παράγραφος 2 του νόμου 4002 / 2011
Η προθεσμία παραγραφής που λήγει στις 31.12.2011, ημερομηνία μετά την οποία παραγράφεται το δικαίωμα του Δημοσίου για κοινοποίηση φύλλων ελέγχου ή πράξεων επιβολής φόρων, τελών και εισφορών, παρατείνεται μέχρι 31.12.2012.
|
ΧΡΟΝΟΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ
|
|
ΧΡΗΣΕΙΣ
|
ΧΡΟΝΟΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ
|
|
1990 - 1991
|
ΜΕΧΡΙ 31/12/2002
|
|
1992 - 93 - 94 - 95 - 96 - 97
|
ΜΕΧΡΙ 31/12/2003
|
|
1998 - 1999
|
ΜΕΧΡΙ 31/12/2005
|
|
2000
|
ΜΕΧΡΙ 31/12/2012
|
|
2001
|
ΜΕΧΡΙ 31/12/2012
|
|
2002
|
ΜΕΧΡΙ 31/12/2012
|
|
2003
|
ΜΕΧΡΙ 31/12/2012
|
|
2004
|
ΜΕΧΡΙ 31/12/2012
|
|
2005
|
ΜΕΧΡΙ 31/12/2012
|
|
2006
|
ΜΕΧΡΙ 31/12/2012
|
|
2007
|
ΜΕΧΡΙ 31/12/2013
|
|
2008
|
ΜΕΧΡΙ 31/12/2014
|
|
2009
|
ΜΕΧΡΙ 31/12/2015
|
Αύγουστος 25th, 2011
Posted by
elogistiki |
Γενικά, Κ.Β.Σ., Φορολογικά |
no comments
Χωρίς πρόστιμα η υποβολή εκπρόθεσμων δηλώσεων
Μία τελευταία ευκαιρία να κλείσουν τις πάσης φύσεως εκκρεμότητές τους με την εφορία έχουν μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 2011 όλοι οι φορολογούμενοι σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση που συμπεριέλαβε το υπουργείο Οικονομικών στο πρόσφατο πολυνομοσχέδιο που κατέθεσε στη Βουλή.
Μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου οι ενδιαφερόμενοι θα μπορούν να καταθέσουν αρχικές ή τροποποιητικές εκπρόθεσμες δηλώσεις χωρίς καθόλου πρόστιμα και πρόσθετους φόρους ή (ανάλογα με την περίπτωση) με σημαντικά μειωμένες επιβαρύνσεις.
ΠΟΙΟΙ ΕΝΤΑΣΣΟΝΤΑΙ ΣΤΗ ΡΥΘΜΙΣΗ
- Φυσικά και νομικά πρόσωπα που δεν έχουν υποβάλει δήλωση ή έχουν υποβάλει ανακριβή ή ελλιπή δήλωση για την καταβολή ή μη φόρων, τελών ή εισφορών υπέρ του Δημοσίου. Οι υπόχρεοι μπορούν μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου να υποβάλουν εκπρόθεσμες αρχικές ή συμπληρωματικές δηλώσεις για εισοδήματα που απέκτησαν μέχρι και το οικονομικό έτος 2010, χωρίς την επιβολή πρόσθετου φόρου ή προστίμου.
- Οσοι φορολογούμενοι διατηρούν ακόμη φορολογικές υποχρεώσεις αλλά η προθεσμία υποβολής των σχετικών δηλώσεων έχει λήξει μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.
ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΠΑΛΛΑΣΣΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΠΡΟΣΤΙΜΑ
Η δυνατότητα υποβολής εκπρόθεσμων δηλώσεων με απαλλαγή από το σύνολο ή από σημαντικό μέρος των πρόσθετων φόρων και των προστίμων παρέχεται συγκεκριμένα για τις παρακάτω περιπτώσεις:
1. ΦΠΑ: Δίνεται η δυνατότητα να υποβληθούν αρχικές ή τροποποιητικές, περιοδικές, έκτακτες ή εκκαθαριστικές δηλώσεις και δηλώσεις αποθεμάτων, ανεξαρτήτως εάν προκύπτει ή όχι ποσό φόρου για καταβολή.
2. Συγκεντρωτικές καταστάσεις πελατών - προμηθευτών και ισοζύγια του άρθρου 20 του ΚΒΣ.
3.Αυτοτελή φορολογία εισοδημάτων.
4. Φόρος υπεραξίας από την αναπροσαρμογή της αξίας των ακινήτων.
5. Φόρος κύκλου εργασιών, φόρος ασφαλίστρων, τέλος συνδρομητών κινητής τηλεφωνίας και τέλος καρτοκινητής τηλεφωνίας.
6. Τέλη χαρτοσήμου, εκτός από τις συναλλαγματικές και γραμμάτια σε διαταγή.
7. Φόρους που παρακρατούνται ή προκαταβάλλονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις από τις κάθε είδους αμοιβές, αποδοχές και αποζημιώσεις.
8. Φόρος συγκέντρωσης κεφαλαίων και ειδικό φόρο τραπεζικών εργασιών.
9. Φόρους στην απόκτηση και την κατοχή ακινήτων, δηλαδή φόρο μεταβίβασης ακινήτων, φόρο αυτομάτου υπερτιμήματος, τέλος συναλλαγής ακινήτων, φόρο κληρονομιών, δωρεών, γονικών παροχών ή προικών, ειδικό φόρο επί των ακινήτων, ενιαίο τέλος ακινήτων (ΕΤΑΚ) νομικών προσώπων. Δίδεται η δυνατότητα να υποβληθούν αρχικές ή συμπληρωματικές δηλώσεις.
10. Οποιοσδήποτε άλλος φόρος, τέλος, εισφορά ή κράτηση υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων.
Για τις παραπάνω δηλώσεις υπολογίζεται πρόσθετος φόρος 10% εφόσον η φορολογική υποχρέωση γεννήθηκε μέχρι και τις 31 Δεκεμβρίου 2009 και 3% για τις περιπτώσεις που η φορολογική υποχρέωση γεννήθηκε από 1ης Ιανουαρίου 2010 και η προθεσμία υποβολής της δήλωσης έχει λήξει μέχρι και τις 14/7/2011, εφόσον ο φόρος καταβληθεί σε δόσεις. Στην περίπτωση που ο φόρος καταβληθεί εφάπαξ δεν υπολογίζεται πρόσθετος φόρος. Εάν δεν προκύπτει φόρος για καταβολή δεν θα επιβάλλεται πρόστιμο.
Αύγουστος 25th, 2011
Posted by
elogistiki |
Γενικά, Φορολογικά |
no comments
Όπως όλοι μας γνωρίζουμε, από τις 6/12/2010 τέθηκε σε λειτουργία το νέο Taxisnet, το οποίο έχει ως στόχο να επεκτείνει, να βελτιώσει και να κάνει φιλικότερες και περισσότερο χρήσιμες τις υπάρχουσες ηλεκτρονικές υπηρεσίες. Οι νέες υπηρεσίες θα τίθενται σε λειτουργία σταδιακά και σε σύντομο χρονικό διάστημα οι χρήστες θα απολαμβάνουν όλες τις προσφερόμενες ηλεκτρονικές υπηρεσίες.
Τα βήματα που πρέπει να ακολουθηθούν σύμφωνα με τις οδηγίες που έχουν αναρτηθεί στην ιστοσελίδα της Γ.Γ.Π.Σ. είναι τα παρακάτω:
Όλοι οι φορολογούμενοι έως την 31/12/2011 πρέπει να προμηθευτούν από τις εφορίες τον ΚΛΕΙΔΑΡΙΘΜΟ.
Ο υποψήφιος χρήστης του TAXISnet μεταβαίνει στο τμήμα Μητρώου της Δ.Ο.Υ. και ζητά να λάβει τον κλειδάριθμο. Απαιτείται η αυτοπρόσωπη παρουσία του χρήστη στη Δ.Ο.Υ. εφόσον πρόκειται για Φυσικό Πρόσωπο, είτε ο νόμιμος εκπρόσωπος για Νομικά Πρόσωπα και Ενώσεις Προσώπων. Το μόνο στοιχείο που απαιτείται είναι ο Α.Φ.Μ. και το έγγραφο ταυτοποίησης ( αστυνομική ταυτότητα, διαβατήριο, ταυτότητες των Ενόπλων Δυνάμεων και Σωμάτων Ασφαλείας, κέντρο αλλοδαπών, ταυτότητα Ευρωπαϊκής Ένωσης, ταυτότητα Ομογενούς, Ειδικά Δελτία Πολιτικών Προσφύγων κ.λπ.) το οποίο πρέπει να είναι καταχωρημένο στο ΜΗΤΡΩΟ TAXIS .
Για την περίπτωση που ένα Φυσικό Πρόσωπο ή ο νομίμως εκπροσωπών το Μη Φ.Π. αδυνατεί να προσέλθει στη Δ.Ο.Υ. για να παραλάβει τον κλειδάριθμο και να ολοκληρώσει τη διαδικασία πιστοποίησης, θα προσκομίζεται Ειδικό Πληρεξούσιο για τη συγκεκριμένη διαδικασία πιστοποίησης χρονικής διάρκειας τεσσάρων μηνών.
Ο υπάλληλος ανακτά από το σύστημα την αίτηση του φορολογούμενου και τα στοιχεία που υπάρχουν καταχωρημένα στο ΜΗΤΡΩΟ TAXIS . Το σύστημα επαναλαμβάνει τους ελέγχους που εκτελούνται κατά την υποβολή της αίτησης εγγραφής. Αν κάποιος έλεγχος αποτύχει, η αίτηση απορρίπτεται υποχρεωτικά.
Με την έγκριση της αίτησης εκτυπώνονται δύο βεβαιώσεις.
Η Βεβαίωση για τον χρήστη υπογράφεται από τον υπάλληλο της Δ.Ο.Υ. έγκρισης αίτησης εγγραφής και περιέχει έναν επιπλέον κωδικό (κλειδάριθμο), ο οποίος είναι απαραίτητος για την ενεργοποίηση του λογαριασμού του χρήστη (3 ο Βήμα).
Η Βεβαίωση για τη Δ.Ο.Υ. έγκρισης αίτησης εγγραφής υπογράφεται από τον χρήστη και τηρείται σε ειδικό φάκελο στο αρχείο της Δ.Ο.Υ. , ώστε σε περίπτωση που αμφισβητηθεί η υπογραφή του παραλήπτη να υπάρχει το πρωτότυπο έγγραφο. Στη Βεβαίωση για τη Δ.Ο.Υ. πιστοποίησης δεν αναγράφεται ο κλειδάριθμος.»
ΕΙΔΙΚΟ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟ ΕΓΓΡΑΦΟ
Εγώ ο / η υποφαινόμενος /η ………………………………………..……………………
του ………………………………….και της ………………………………………………
με αριθμό δελτίου ταυτότητας …………………. και Α.Φ.Μ. …………………………..
νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας ………………………. με Α.Φ.Μ. ……………..
κάτοικος ………………. οδός ………………………..……………
δηλώνω τα εξής :
Δια του παρόντος μου διορίζω και εξουσιοδοτώ
τον / την………..………………………………………………………………………………….
με αριθμό δελτίου ταυτότητας …………………. και Α.Φ.Μ. …………………
κάτοικο ……………………….. οδός ………………………..……………
ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπό μου, όπως άντ’ εμού και εξ’ ονόματος μου προβεί στις πιο κάτω πράξεις:
1. Όπως προσέλθει στη Δ.Ο.Υ. ………….. ….και συγκεκριμένα στο τμήμα μητρώου αυτής, προκειμένου να υπογράψει κάθε σχετικό έγγραφο, να παραλάβει τον κλειδάριθμο και να ολοκληρώσει τη διαδικασία πιστοποίησης που απαιτείται, έτσι ώστε να έχω πρόσβαση στις ηλεκτρονικές υπηρεσίες που προσφέρει το νέο TaxisNet .
Στην ………………………… σήμερα την ……/…../…….
Η χρονική διάρκεια του παρόντος ορίζεται σε 4 (τέσσερις) μήνες από την ημερομηνία υπογραφής.
Ο / Η Πληρεξουσιοδοτών / ούσα
Ονοματεπώνυμο: ………………..
Φεβρουάριος 24th, 2011
Posted by
elogistiki |
Γενικά, Δηλώσεις - Εφορία |
no comments
Αρθρα
Άδεια για την Άσκηση Εκλογικού Δικαιώματος Δημοτικών Εκλογών - ΑΔΕΙΑ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2010Με την αριθμ.20067/789/12.10.2010 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης, που εκδόθηκε σε εκτέλεση των νόμων για την τοπική αυτοδιοίκηση, ορίζεται ότι όλες οι επιχειρήσεις και εργασίες γενικά καθώς και φυσικά πρόσωπα που απασχολούν προσωπικό, υποχρεούνται να χορηγήσουν στο προσωπικό τους ειδική άδεια απουσίας με αποδοχές, για την διευκόλυνσή τους στην άσκηση του εκλογικού τους δικαιώματος κατά τις προσεχείς δημοτικές εκλογές και τις εκλογές της Περιφερειακής Αυτοδιοίκησης της 7ης Νοεμβρίου 2010.
Η άδεια αυτή εξαρτάται από την απόσταση της μετακίνησης του δικαιούχου και ορίζεται ως εξής:
1. Για μισθωτούς με 6ήμερη απασχόληση
α) Για αποστάσεις από 100 μέχρι 200 χιλιόμετρα, χορηγείται άδεια μίας εργάσιμης ημέρας.
β) Για αποστάσεις από 201 μέχρι 400 χιλιόμετρα, χορηγείται άδεια δύο εργασίμων ημερών.
γ) Για αποστάσεις πάνω από 400 χιλιόμετρα για μετακινήσεις που θα γίνουν μόνο οδικώς καθώς και για μετακινήσεις σε νησιά για τα οποία δεν υπάρχει οδική πρόσβαση, ο αριθμός της αδείας κατά περίπτωση μπορεί να φθάσει τις τρεις εργάσιμες ημέρες.
2. Για μισθωτούς με 5νθήμερη απασχόληση
α) Για αποστάσεις από 200 μέχρι 400 χιλιόμετρα, χορηγείται άδεια μίας εργάσιμης ημέρας,
β) Για αποστάσεις πάνω από 400 χιλιόμετρα χορηγείται άδεια δύο εργασίμων ημερών εφόσον οι δικαιούχοι μετακινηθούν μόνο οδικώς.
γ) Για μετακινήσεις σε νησιά για τα οποία δεν υπάρχει οδική πρόσβαση, ο αριθμός της αδείας κατά περίπτωση μπορεί να φθάσει τις τρεις εργάσιμες ημέρες.
Για όσους μισθωτούς που θα μετακινηθούν εκτός έδρας για την άσκηση του εκλογικού τους δικαιώματος η Κυριακή 15 Οκτωβρίου είναι εργάσιμη ημέρα, με βάση το πρόγραμμα εργασίας της επιχείρησης, αυτή θεωρείται ως ημέρα ειδικής άδειας απουσίας με αποδοχές πέραν αυτών που ορίζονται κατά περίπτωση παραπάνω υπό 1 και 2.
Οι ημέρες απουσίας των μισθωτών από την εργασία τους, με τις παραπάνω προϋποθέσεις και περιορισμούς, δεν συμψηφίζονται με τις ημέρες της κανονικής τους αδείας.
3. Να σημειωθεί ότι για τους μισθωτούς που ορίζονται μέλη στις εφορευτικές επιτροπές των εκλογικών τμημάτων, δεν προβλέπεται η χορήγηση άδειας απουσίας για την επόμενη ημέρα των εκλογών.
Οκτώβριος 25th, 2010
Posted by
elogistiki |
Αργίες |
no comments
1. Με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, αντικαταστάθηκε ο τίτλος του άρθρου 15 του ΚΦΕ επειδή οι δαπάνες διαβίωσης των φορολογουμένων προσδιορίζονται πλέον με αντικειμενικά δεδομένα και όχι με τεκμαρτό τρόπο.
2. Με την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, αντικαταστάθηκε το άρθρο 16 του ΚΦΕ. Με βάση τις νέες αυτές διατάξεις το εισόδημα προσδιορίζεται αντικειμενικά με βάση τη συνολική ετήσια δαπάνη του φορολογούμενου, της συζύγου του και των προσώπων που συνοικούν και τον βαρύνουν. Για την εφαρμογή των ανωτέρω λαμβάνονται υπόψη οι ακόλουθες αντικειμενικές δαπάνες:
- Ιδιοκατοικούμενες ή μισθωμένες ή δωρεάν παραχωρηθείσες κύριες και δευτερεύουσες κατοικίες.
Ειδικότερα, με την περίπτ. α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 16 ορίζεται ότι η ετήσια αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης για κύρια κατοικία υπολογίζεται κλιμακωτά με βάση την επιφάνειά της ως ακολούθως:
- μέχρι και 80 τ.μ. κύριοι χώροι, 30 ευρώ ανά τ.μ.
- από 81 τ.μ. μέχρι και 120 τ.μ. κύριοι χώροι, 50 ευρώ ανά τ.μ.
- από 121 τ.μ. μέχρι και 200 τ.μ. κύριοι χώροι, 80 ευρώ ανά τ.μ.
- από 201 τ.μ. μέχρι και 300 τ.μ. κύριοι χώροι, 150 ευρώ ανά τ.μ.
- από 301 τ.μ. και άνω κύριοι χώροι, 300 ευρώ ανά τ.μ.
Για τον υπολογισμό της ετήσιας αντικειμενικής δαπάνης διαβίωσης των βοηθητικών χώρων της κύριας κατοικίας, έχουν ορισθεί τα τριάντα ευρώ (30) ανά τετραγωνικό μέτρο, ανεξάρτητα από το μέγεθος της επιφάνειας.
Προκειμένου για κατοικίες που βρίσκονται σε περιοχές με τιμή ζώνης, σύμφωνα με τον αντικειμενικό προσδιορισμό των ακινήτων, από δύο χιλιάδες οχτακόσια ευρώ (2.800) έως τέσσερις χιλιάδες εννιακόσια ενενήντα εννέα ευρώ (4.999) το τετραγωνικό μέτρο, τα παραπάνω ποσά προσαυξάνονται κατά ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) και για περιοχές με τιμή ζώνης από πέντε χιλιάδες ευρώ (5.000) και άνω το τετραγωνικό μέτρο, κατά ποσοστό εβδομήντα τοις εκατό (70%). Με βάση το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης αυτής όταν υπάρχει μονοκατοικία όλα τα πιο πάνω ποσά προσαυξάνονται κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%). Για τα ακίνητα που βρίσκονται σε περιοχές εκτός αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων θα λαμβάνεται υπόψη η τιμή εκκίνησης.
Περαιτέρω, με την περίπτωση β΄ αντιμετωπίζεται η δαπάνη όταν υπάρχει δευτερεύουσα κατοικία που ιδιοκατοικείται ή μισθώνεται ή έχει παραχωρηθεί δωρεάν. Στην περίπτωση αυτή, λαμβάνεται το ήμισυ της ετήσιας αντικειμενικής δαπάνης διαβίωσης που προκύπτει όταν έχουμε κύρια κατοικία μαζί με το βοηθητικό χώρο της.
Αν η κατοικία μισθώνεται ορισμένους μήνες μέσα στο έτος, τα ετήσια ποσά της αντικειμενικής δαπάνης διαβίωσης θα επιμερίζονται με βάση τους μήνες που διαρκεί η μίσθωση.
Επίσης, προκειμένου για δευτερεύουσες εξοχικές κατοικίες δεν ισχύει πλέον ο περιορισμός της ετήσιας δαπάνης διαβίωσης που προκύπτει από αυτές, σε τρεις μήνες το έτος.
Δεν υπολογίζεται ετήσια αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης στις περιπτώσεις των κενών κατοικιών. Προκειμένου για κατοικίες που παραμένουν κενές για διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών, απαιτείται η προσκόμιση φωτοαντίγραφων λογαριασμών της ΔΕΗ ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο (π.χ. λογαριασμοί ύδρευσης, κοινοχρήστων) από το οποίο να αποδεικνύεται ότι το ακίνητο ήταν κενό για όλο το υπόψη διάστημα.
Τέλος, γίνεται δεκτό ότι δεν υπολογίζεται αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης για δευτερεύουσες κατοικίες που μισθώνουν μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού για τουριστικούς λόγους.
Σε περίπτωση συνιδιοκτησίας του ακινήτου, η ετήσια αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης θα υπολογίζεται με βάση τη συνολική επιφάνεια της κατοικίας και στη συνέχεια θα γίνεται ο επιμερισμός της, μεταξύ των συνιδιοκτητών, με βάση τα ποσοστά συνιδιοκτησίας τους. Διευκρινίζεται ότι, σε περίπτωση συνιδιοκτησίας μιας κατοικίας π.χ. από δύο συνιδιοκτήτες όπου ο ένας έχει παραχωρήσει το ποσοστό ιδιοκτησίας του στον άλλο προκειμένου ο τελευταίος να χρησιμοποιήσει την κατοικία στο σύνολό της, η ετήσια αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης που προκύπτει από τη συνολική επιφάνεια της κατοικίας θα βαρύνει τον ιδιοκτήτη που χρησιμοποιεί την κατοικία αυτή.
Για την καλύτερη κατανόηση των ανωτέρω παραθέτουμε το ακόλουθο παράδειγμα:
Για μονοκατοικία με επιφάνεια κύριων χώρων 120τ.μ., βοηθητικούς χώρους 20 τ.μ. ευρισκόμενη σε περιοχή με τιμή ζώνης τρεις χιλιάδες ευρώ (3000), η αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης υπολογίζεται ως εξής:
Για τα πρώτα 80 τ.μ., 80 Χ 30=2400 €
Για τα επόμενα 40 τ.μ., 40 Χ 50=2000€
Για τους βοηθητικούς χώρους 20 Χ 30=600€
ΣΥΝΟΛΟ: 2400+2000+600=5000€
5000 Χ 1,40=7000€ (προσαύξηση λόγω τιμής ζώνης)
7000 Χ 1,20=8400 € (προσαύξηση λόγω μονοκατοικίας)
Συνολική αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης: 8400€.
- Δαπάνες επιβατικών αυτοκινήτων Ι.Χ.
Με βάση την περίπτ. γ΄ της παρ.1 του άρθρου 16 του Κ.Φ.Ε., η αντικειμενική δαπάνη ορίζεται ως εξής:
α) Για αυτοκίνητα μέχρι και 1.200 κ.ε. σε τρείς χιλιάδες ευρώ (3.000),
β) Για αυτοκίνητα μεγαλύτερα των 1.200 κ.ε. και μέχρι 2.000 κ.ε., προστίθενται τριακόσια ευρώ (300) ανά εκατό (100) κυβικά εκατοστά,
γ) Για αυτοκίνητα άνω των 2.000 κ.ε. και μέχρι 3.000 κ.ε., προστίθενται πεντακόσια ευρώ (500) ανά εκατό (100) κυβικά εκατοστά και
δ) Για αυτοκίνητα άνω των 3.000 κ.ε., προστίθενται επτακόσια ευρώ (700) ανά εκατό (100) κυβικά εκατοστά.
Τα ανωτέρω καταλαμβάνουν και τα αυτοκίνητα μεικτής χρήσης καθώς και τα αυτοκίνητα τύπου jeep.
Mε βάση το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης γ΄ τα παραπάνω ποσά μειώνονται ανάλογα με την παλαιότητα του αυτοκινήτου, η οποία υπολογίζεται από το έτος πρώτης κυκλοφορίας του στην Ελλάδα, κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) για χρονικό διάστημα πάνω από πέντε (5) και μέχρι δέκα (10) έτη και κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) για χρονικό διάστημα πάνω από δέκα (10) έτη.
Παραθέτουμε πίνακα με ορισμένες κατηγορίες αυτοκινήτων και τις αντίστοιχες αντικειμενικές δαπάνες διαβίωσης, για πληρέστερη κατανόηση των παραπάνω:
|
Κυβικά εκατοστά
|
Μέχρι και 5 έτη
|
Από 5 έτη έως 10
|
Πάνω από 10 έτη
|
|
1000
|
3.000
|
2.100
|
1.500
|
|
1200
|
3.000
|
2.100
|
1.500
|
|
1400
|
3.600
|
2.520
|
1.800
|
|
1500
|
3.900
|
2.730
|
1.950
|
|
1600
|
4.200
|
2.940
|
2.100
|
|
1700
|
4.500
|
3.150
|
2.250
|
|
1800
|
4.800
|
3.360
|
2.400
|
|
2000
|
5.400
|
3.780
|
2.700
|
|
2500
|
7.900
|
5.530
|
3.950
|
|
3000
|
10.400
|
7.280
|
5.200
|
|
3500
|
13.900
|
9.730
|
6.950
|
Αν ο κυβισμός του αυτοκινήτου δεν καταλήγ.ει σε πλήρη εκατοντάδα (π.χ. 1240, 1290 κ.ε.) τότε θα γίνεται στρογγυλοποίηση προς την πλησιέστερη εκατοντάδα (Μέχρι 50 κ.ε. προς την αμέσως προηγούμενη και πάνω από 50 κ.ε. προς την αμέσως επόμενη).
Επισημαίνεται ότι με τις νέες διατάξεις δεν προβλέπονται μειώσεις της αντικειμενικής δαπάνης διαβίωσης για αυτοκίνητα που αγοράζονται από τον Ο.Δ.Δ.Υ., για αυτοκίνητα που ανήκουν στην κυριότητα φορολογουμένου για χρονικό διάστημα πάνω από δέκα έτη και αυτός έχει ηλικία πάνω από εξήντα έτη και αποκτά αποκλειστικά εισόδημα από συντάξεις ή από ιδιοκατοίκηση, καθώς και για αυτοκίνητα που εισάγονται από την αλλοδαπή με μειωμένους δασμούς, φόρους ή τέλη λόγω μετοικεσίας.
Κατά ρητή διατύπωση του νόμου, η ετήσια αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης δεν εφαρμόζεται για επιβατικά ιδιωτικής χρήσης αυτοκίνητα που διαθέτουν πιστοποιητικό αυθεντικότητας, καθώς και για επιβατικά αυτοκίνητα ειδικά διασκευασμένα για κινητικά ανάπηρους, με ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον εξήντα επτά τοις εκατό (67%).
Αναφορικά με τον τρόπο λογισμού της αντικειμενικής δαπάνης διαβίωσης για τις περιπτώσεις εταιριών (ΟΕ, ΕΕ, ΕΠΕ, ΑΕ, αστικών, κοινωνιών, κοινοπραξιών), αλλοδαπών νομικών προσώπων και επιχειρήσεων που έχουν στην κυριότητά τους επιβατικά ΙΧ αυτοκίνητα, για την περίπτωση όπου ο φορολογούμενος, η σύζυγός του και τα προστατευόμενα μέλη είναι κάτοχοι και άλλων επιβατικών ΙΧ αυτοκινήτων, για την περίπτωση όπου ανήλικο τέκνο κατέχει επιβατικό ΙΧ αυτοκίνητο, για την περίπτωση απόκτησης ή μεταβίβασης επιβατικού ΙΧ αυτοκινήτου κατά τη διάρκεια του έτους, για τις περιπτώσεις ακινησίας ή ολοκληρωτικής καταστροφής, εικονικής μεταβίβασης ή κτήσης και πραγματικής συγκυριότητας αυτοκινήτου από περισσότερα πρόσωπα, για τις περιπτώσεις εκπαιδευτών οδηγών αυτοκινήτων και για τις επιχειρήσεις ενοικίασης ή χρηματοδοτικής μίσθωσης που χρησιμοποιούν για το σκοπό τους περισσότερα αυτοκίνητα και για τις περιπτώσεις αυτοκινήτων μικτής χρήσης και αυτοκινήτων τύπου JEEP, εξακολουθούν να ισχύουν όσα ίσχυαν και με τις αντικατασταθείσες διατάξεις.
- Δαπάνη ιδιωτικών σχολείων
Με τις νέες διατάξεις της περίπτωσης δ΄ για τον προσδιορισμό της ετήσιας αντικειμενικής δαπάνης διαβίωσης, λαμβάνεται υπόψη η ετήσια δαπάνη που καταβάλλεται για ιδιωτικά σχολεία στοιχειώδους και μέσης εκπαίδευσης, όπως αυτή προκύπτει από τις σχετικές αποδείξεις παροχής υπηρεσιών. Εξαιρούνται οι δαπάνες που καταβάλλονται σε εσπερινά γυμνάσια και λύκεια, καθώς και στα ειδικά σχολεία ατόμων με ειδικές ανάγκες. Στην περίπτωση διαζευγμένων γονέων όπου άλλος γονέας βαρύνεται με τα τέκνα και άλλος καταβάλλει τις δαπάνες διδάκτρων των τέκνων, η ετήσια αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης θα βαρύνει τον γονέα που καταβάλλει τις δαπάνες αυτές.
- Δαπάνη οικιακών βοηθών, οδηγών αυτοκινήτου κλπ.
Με τις νέες διατάξεις της περίπτωσης ε΄, λαμβάνεται υπόψη η ετήσια αντικειμενική δαπάνη που καταβάλλεται σε οικιακούς βοηθούς, οδηγούς αυτοκινήτων, δασκάλους και λοιπό προσωπικό, η οποία ορίζεται στο κατώτατο όριο αμοιβών όπως αυτό προσδιορίζεται από τις ισχύουσες διατάξεις για την αντίστοιχη κατηγορία εργαζομένων. Εξαιρούνται οι δαπάνες που καταβάλλονται στην περίπτωση που ο φορολογούμενος απασχολεί έναν μόνο οικιακό βοηθό καθώς και οι δαπάνες που καταβάλλονται στην περίπτωση που ο φορολογούμενος ή πρόσωπο που συνοικεί με αυτόν και τον βαρύνει έχει αναπηρία εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και πάνω από διανοητική καθυστέρηση, ή φυσική αναπηρία, ή είναι ηλικίας άνω των εξήντα πέντε (65) ετών και απασχολεί ένα νοσοκόμο.
Σε ό,τι αφορά τα σκάφη αναψυχής, η ετήσια αντικειμενική δαπάνη διαβίωσής τους με τις νέες διατάξεις, ορίζεται από τις διατάξεις της περίπτωσης στ΄ ως εξής:
α) Προκειμένου για μηχανοκίνητα σκάφη ανοικτού τύπου (χωρίς χώρο ενδιαίτησης), ταχύπλοα και μη, ολικού μήκους μέχρι 5 μέτρα, στο ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000). Για τα πάνω από 5 μέτρα ορίζεται στο ποσό των τεσσάρων χιλιάδων ευρώ (4.000).
β) Προκειμένου για μηχανοκίνητα ή μικτά σκάφη με χώρους ενδιαίτησης, ολικού μήκους μέχρι και επτά (7) μέτρα, στο ποσό των οχτώ χιλιάδων ευρώ (8.000). Για τα ίδια σκάφη άνω των επτά (7) και μέχρι δέκα (10) μέτρα προστίθενται δύο χιλιάδες ευρώ (2.000) για κάθε ένα επιπλέον μέτρο μήκους. Για σκάφη άνω των δέκα (10) μέτρων και μέχρι δώδεκα (12) μέτρα, προστίθενται πέντε χιλιάδες ευρώ (5.000) ανά επιπλέον μέτρο μήκους. Για σκάφη άνω των δώδεκα (12) μέτρων και μέχρι δεκαπέντε (15) μέτρα, προστίθενται δέκα χιλιάδες ευρώ (10.000) για κάθε ένα επιπλέον μέτρο μήκους. Για σκάφη άνω των δεκαπέντε (15) μέτρων και μέχρι δεκαοκτώ (18) μέτρα, προστίθενται δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ (15.000) για κάθε ένα επιπλέον μέτρο μήκους. Για σκάφη άνω των δεκαοκτώ (18) και μέχρι είκοσι δύο (22) μέτρα, προστίθενται είκοσι χιλιάδες ευρώ (20.000) για κάθε ένα επιπλέον μέτρο μήκους. Τέλος, για σκάφη πάνω από είκοσι δύο (22) μέτρα, προστίθενται τριάντα πέντε χιλιάδες ευρώ (35.000) για κάθε επιπλέον μέτρο μήκους.
Επίσης, τα ποσά της περίπτωσης αυτής μειώνονται κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) για τα πλοία αναψυχής που έχουν κατασκευαστεί ή κατασκευάζονται στην Ελλάδα εξ΄ ολοκλήρου από ξύλο, τύπων «τρεχαντήρι», «βαρκαλάς», «πέραμα», «τσερνίκι» και «λίμπερτυ», που προέρχονται από την ελληνική ναυτική παράδοση.
Η αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης από κάθε σκάφος μειώνεται ανάλογα με την παλαιότητα του κατά ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%) αν έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πάνω από πέντε (5) και μέχρι δέκα έτη (10) από το έτος που νηολογήθηκε για πρώτη φορά και τριάντα τοις εκατό (30%) αν έχει περάσει χρονικό διάστημα πάνω από δέκα έτη.
Παραθέτουμε πίνακα με περιπτώσεις μηχανοκίνητων ή μικτών σκαφών με χώρους ενδιαίτησης, για πληρέστερη κατανόηση των παραπάνω:
|
Μήκος σκάφους
|
Μέχρι 5 έτη
|
Πάνω από 5 μέχρι και 10 έτη
|
Πάνω από 10 έτη
|
|
7
|
8.000
|
6.800
|
5.600
|
|
8
|
10.000
|
8.500
|
7.000
|
|
9
|
12.000
|
10.200
|
8.400
|
|
10
|
14.000
|
11.900
|
9.800
|
|
11
|
19.000
|
16.150
|
13.300
|
|
12
|
24.000
|
20.400
|
16.800
|
|
13
|
34.000
|
28.900
|
23.800
|
|
14
|
44.000
|
37.400
|
30.800
|
|
15
|
54.000
|
45.900
|
37.800
|
|
16
|
69.000
|
58.650
|
48.300
|
|
17
|
84.000
|
71.400
|
58.800
|
|
18
|
99.000
|
84.150
|
69.300
|
|
19
|
119.000
|
101.150
|
83.300
|
|
20
|
139.000
|
118.150
|
97.300
|
|
21
|
159.000
|
135.150
|
111.300
|
|
25
|
284.000
|
241.400
|
198.800
|
Τα παραπάνω ποσά του πίνακα μειώνονται κατά πενήντα τοις εκατό (50%) προκειμένου για τα ιστιοφόρα σκάφη.
Για σκάφη με μόνιμο ναυτολογημένο πλήρωμα για ολόκληρο ή μέρος του έτους, στην παραπάνω δαπάνη προστίθεται και η αμοιβή του πληρώματος, ενώ τα σκάφη επαγγελματικής χρήσης δεν λαμβάνονται υπόψη για την επαγγελματική δαπάνη.
Επίσης, αναγνωρίζεται πλέον η ακινησία για τα σκάφη αναψυχής ιδιωτικής χρήσης. Για την απόδειξη του χρόνου ακινησίας πρέπει να συνυποβάλλεται με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος βεβαίωση της αρμόδιας Λιμενικής Αρχής για το ακριβές χρονικό διάστημα (χρόνος έναρξης και λήξης ακινησίας ή συνέχιση της ακινησίας κατά την 31η Δεκεμβρίου του έτους), που θα προκύπτει από τις αντίστοιχες καταχωρήσεις σε σχετικό βιβλίο που θα τηρείται από αυτή.
- Δαπάνες αεροσκαφών, ελικοπτέρων, ανεμόπτερων.
Με την περίπτωση ζ΄ της παρ.1 του άρθρου 16 του ΚΦΕ ορίζεται η αντικειμενική δαπάνη για τα αεροσκάφη, ελικόπτερα και ανεμόπτερα κυριότητας ή κατοχής του φορολογουμένου, της συζύγου ή των προσώπων που συνοικούν μαζί τους και τους βαρύνουν ως εξής:
α) Για ανεμόπτερα στο ποσό των οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ.
β) Για αεροσκάφη με κινητήρα κοινό, εσωτερικής καύσης και στροβιλοελικοφόρα, καθώς και ελικόπτερα, στο ποσό των εξήντα πέντε χιλιάδων (65.000) ευρώ για τους εκατόν πενήντα (150) πρώτους ίππους ισχύος του κινητήρα τους που προσαυξάνεται με το ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ για κάθε ίππο πάνω από τους εκατόν πενήντα (150) ίππους.
γ) Για αεροσκάφη αεροπροωθούμενα (JET) στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ για κάθε λίμπρα ώθησης. Οι διατάξεις της περίπτωσης γ΄, εκτός της ακινησίας και παλαιότητας, εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση αυτή.
Τα πιο πάνω ποσά δεν μειώνονται λόγω ακινησίας ή παλαιότητας λόγω απουσίας σχετικής πρόβλεψης στο νόμο.
- Δαπάνες δεξαμενών κολύμβησης.
Με την περίπτωση η΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 16 οι δεξαμενές κολύμβησης εξακολουθούν να λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό της ετήσιας αντικειμενικής δαπάνης διαβίωσης. Η δαπάνη αυτή ορίζεται κλιμακωτά ως εξής:
Σε εκατό ευρώ (100) το τετραγωνικό μέτρο μέχρι και τα εξήντα (60) τετραγωνικά μέτρα και σε διακόσια ευρώ (200) το τετραγωνικό μέτρο, για επιφάνεια άνω των εξήντα (60) τετραγωνικών μέτρων.
Τα ανωτέρω ισχύουν και όταν η δεξαμενή είναι συναρμολογούμενη αφού ο νόμος δεν κάνει καμία διάκριση.
Προκειμένου για εσωτερική δεξαμενή κολύμβησης, τα παραπάνω ποσά αυτής της περίπτωσης διπλασιάζονται.
Προκειμένου για κοινόχρηστες πισίνες που βρίσκονται σε συγκροτήματα πολυκατοικιών, η ετήσια αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης επιμερίζεται στους ιδιοκτήτες των ακινήτων με βάση τα χιλιοστά κάθε διαμερίσματος στο οικόπεδο.
Παρατίθεται ενδεικτικός πίνακας δεξαμενών κολύμβησης, για πληρέστερη κατανόηση:
|
Επιφάνεια (σε τ.μ.)
|
Αντικειμενική δαπάνη εξωτερικής πισίνας (σε €)
|
Αντικειμενική δαπάνη εσωτερικής πισίνας (σε €)
|
|
30
|
3.000
|
6.000
|
|
60
|
6.000
|
12.000
|
|
90
|
12.000
|
24.000
|
Τέλος, με την περίπτωση θ΄ της παραγράφου 1 θα λαμβάνεται υπόψη κάθε χρόνο εκτός των προαναφερομένων τεκμηρίων και ένα ποσό ως ελάχιστη αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης που ορίζεται στο ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000) προκειμένου για άγαμο, διαζευγμένο ή χήρο και στο ποσό των πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000) προκειμένου για συζύγους που υποβάλλουν κοινή δήλωση.
Διευκρινίζεται ότι με τις νέες διατάξεις δεν προβλέπεται η προσαύξηση που επιβάλλονταν με βάση τις προϊσχύσασες διατάξεις στη συνολική ετήσια τεκμαρτή δαπάνη, όταν τα περιουσιακά στοιχεία που την προσδιόριζαν ήταν περισσότερα από δύο.
Όσα αναφέρθηκαν για όλες τις πιο πάνω δαπάνες έχουν εφαρμογή, σύμφωνα με την περ. α΄ της παρ.1 του άρθρου 92 του Ν. 3842/2010, για δαπάνες που πραγματοποιούνται από 1.1.2010 και μετά.
Με την παράγραφο 2 του νέου άρθρου 16 του ΚΦΕ προβλέπεται ότι το ετήσιο συνολικό ποσό της αντικειμενικής δαπάνης, που προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, μπορεί να αμφισβητηθεί από τον φορολογούμενο όταν αυτό είναι μεγαλύτερο από την πραγματική δαπάνη του φορολογουμένου και των μελών που τον βαρύνουν, εφόσον αυτό αποδεικνύεται από τον υπόχρεο με βάση πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία. Τέτοια περιστατικά συντρέχουν ιδίως στο πρόσωπο των υπόχρεων, οι οποίοι:
α) υπηρετούν τη στρατιωτική θητεία τους στις Ένοπλες Δυνάμεις,
β) είναι φυλακισμένοι,
γ) νοσηλεύονται σε νοσοκομείο ή κλινική,
δ) είναι άνεργοι και δικαιούνται βοήθημα ανεργίας,
ε) συγκατοικούν με συγγενείς πρώτου βαθμού και έχουν μειωμένες δαπάνες διαβίωσης, λόγω αποδεδειγμένης συμβολής στις δαπάνες αυτές των συγγενών τους με την προϋπόθεση ότι οι τελευταίοι αυτοί έχουν εισόδημα από εμφανείς πηγές,
στ) είναι ορφανοί ανήλικοι οι οποίοι έχουν στην κυριότητά τους επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης από κληρονομιά του πατέρα ή της μητέρας τους και
ζ) προσκομίζουν στοιχεία από τα οποία αποδεικνύεται ότι για λόγους ανώτερης βίας πραγματοποίησαν δαπάνη μικρότερη από την αντικειμενική.
Όταν συντρέχει μία ή περισσότερες από τις περιπτώσεις αυτές, ο φορολογούμενος υποχρεούται να υποβάλει μαζί με τη δήλωσή του και τα αναγκαία δικαιολογητικά για την απόδειξη των ισχυρισμών του. Ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας ελέγχει την αλήθεια των ισχυρισμών και την ακρίβεια των αποδεικτικών στοιχείων του φορολογουμένου και μειώνει ανάλογα την ετήσια αντικειμενική δαπάνη, στην οποία αναφέρονται οι ισχυρισμοί και τα αποδεικτικά στοιχεία.
Στις πιο πάνω α΄ και ε΄ περιπτώσεις, η διαφορά μεταξύ της αντικειμενικής δαπάνης και της πραγματικής δαπάνης λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της συνολικής αντικειμενικής δαπάνης του γονέα ή του τέκνου που συμβάλλει στις δαπάνες διαβίωσης του υπόχρεου.
Προκειμένου για αντικειμενικές δαπάνες των τέκνων, η διαφορά αντικειμενικής δαπάνης καταλογίζεται σε εκείνον τον γονέα που έχει το μεγαλύτερο εισόδημα.
Οκτώβριος 7th, 2010
Posted by
elogistiki |
Δηλώσεις 2011 |
no comments
Κλίμακα φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων και δαπάνες απόκτησης αγαθών και λήψης υπηρεσιών Μειώσεις φόρου
1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 9 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Κ.Φ.Ε.). Με τις νέες διατάξεις επέρχονται οι ακόλουθες μεταβολές: Κατ αρχήν καθιερώνεται νέα και ενιαία φορολογική κλίμακα για όλα τα φυσικά πρόσωπα και ανεξάρτητα από την κατηγορία των εισοδημάτων που αποκτούν (μισθωτοί, συνταξιούχοι, έμποροι, ελεύθεροι επαγγελματίες, αγρότες).
Η κλίμακα αυτή, σύμφωνα με την παράγραφο 7 του ίδιου άρθρου, έχει εφαρμογή για τα εισοδήματα που αποκτώνται και τις δαπάνες που πραγματοποιούνται, κατά περίπτωση, από 1/1/2010 και μετά. Ειδικότερα κατά την παρακράτηση του φόρου εισοδήματος, εφαρμόζεται από τη δημοσίευση του νόμου αυτού και μετά, δηλαδή από 23/4/2010 και μετά (σχετ. και η Δ12Α/ΠΟΛ. 1060-18/5/2009 εγκύκλιος).
Η νέα φορολογική κλίμακα έχει ως εξής:
|
Κλιμάκιο Εισοδήματος (ευρώ)
|
Φορολογικός Συντελεστής %
|
Φόρος Κλιμακίου (ευρώ)
|
Σύνολο Εισοδήματος (ευρώ)
|
Σύνολο Φόρου (ευρώ)
|
|
12.000
|
0
|
0
|
12.000
|
0
|
|
4.000
|
18
|
720
|
16.000
|
720
|
|
6.000
|
24
|
1.440
|
22.000
|
2.160
|
|
4.000
|
26
|
1.040
|
26.000
|
3.200
|
|
6.000
|
32
|
1.920
|
32.000
|
5.120
|
|
8.000
|
36
|
2.880
|
40.000
|
8.000
|
|
20.000
|
38
|
7.600
|
60.000
|
15.600
|
|
40.000
|
40
|
16.000
|
100.000
|
31.600
|
|
Υπερβάλλον
|
45
|
|
|
|
Το αφορολόγητο ποσό ορίζεται στα δώδεκα χιλιάδες (12.000) ευρώ για όλους τους φορολογουμένους.
Όμως, η χορήγηση του αφορολόγητου αυτού ποσού συνδέεται άμεσα με τις δαπάνες που πραγματοποιεί ο φορολογούμενος. Δηλαδή τυγχάνει του αφορολόγητου ποσού των δώδεκα χιλιάδων (12.000) ευρώ, εφόσον προσκομίσει τα νόμιμα στοιχεία, όπως αυτά ορίζονται από τις διατάξεις του Κώδικα Βιβλίων & Στοιχείων (Κ.Β.Σ.), για δαπάνες που πραγματοποίησε στην Ελλάδα, για την αγορά αγαθών και λήψη υπηρεσιών. Στις δαπάνες αυτές περιλαμβάνονται και τα ειδικά στοιχεία που εκδίδουν οι επιχειρήσεις λόγω των συγκεκριμένων υπηρεσιών που παρέχουν (π.χ. αποδείξεις των Ε.Λ.Τ.Α., εταιριών Courier, πινακίδια χρηματιστηριακών εταιριών για την αμοιβή των παρεχόμενων υπηρεσιών μόνο, κλπ). Αντίθετα, δεν εκπίπτει το κόστος αγοράς κρατικών λαχείων, τα ποσά που καταβάλλονται για τη συμμετοχή σε τυχερά παιχνίδια (πχ. ΚΙΝΟ, ΣΤΟΙΧΗΜΑ, κλπ) και η δαπάνη εισόδου σε ΚΑΖΙΝΟ, καθόσον στις πιο πάνω περιπτώσεις δεν πραγματοποιείται αγορά αγαθών ή παροχή υπηρεσιών όπως επιβάλλει ο νόμος, αλλά οι εν λόγω δαπάνες αφορούν το κόστος ή την προϋπόθεση συμμετοχής σε τυχερά παιχνίδια. Το ελάχιστο ύψος των ετήσιων δαπανών πρέπει να ανέρχεται στο δέκα τοις εκατό (10%) του ατομικού εισοδήματός του το οποίο φορολογείται με τις γενικές διατάξεις αν αυτό είναι μέχρι δώδεκα χιλιάδες (12.000) και αν είναι μεγαλύτερο από δώδεκα χιλιάδες (12.000) ευρώ, στο τριάντα τοις εκατό (30%) για το τμήμα αυτού πάνω από τα δώδεκα χιλιάδες (12.000) ευρώ.
Διευκρινίζεται ότι η προσαύξηση του αφορολογήτου ποσού του υπόχρεου λόγω των τέκνων που τον βαρύνουν δε συνδέεται με προσκόμιση αποδείξεων δαπανών.
Για ατομικό εισόδημα μέχρι έξι χιλιάδες ευρώ (6.000) δεν απαιτείται η προσκόμιση αποδείξεων δαπανών.
Όταν οι δαπάνες είναι περισσότερες από τις απαιτούμενες και μέχρι δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ ατομικά ή τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ για οικογένεια, ο φορολογούμενος δικαιούται και μείωση φόρου ίση με το δέκα τοις εκατό (10%) της διαφοράς μεταξύ των δηλούμενων και των απαιτούμενων δαπανών. Όταν οι δαπάνες είναι λιγότερες από τις απαιτούμενες, ο φορολογούμενος επιβαρύνεται με ποσοστό φόρου ίσο με το δέκα τοις εκατό (10%) του ποσού των δαπανών που υπολείπεται.
Παρατίθεται πίνακας με το ελάχιστο ύψος των απαιτούμενων δαπανών για εισόδημα μέχρι σαράντα οχτώ χιλιάδες ευρώ (48.000).
|
ΕΙΣΟΔΗΜΑ
|
ΔΑΠΑΝΕΣ
|
ΕΙΣΟΔΗΜΑ
|
ΔΑΠΑΝΕΣ
|
|
6.000
|
0
|
28.000
|
6.000
|
|
7.000
|
700
|
29.000
|
6.300
|
|
8.000
|
800
|
30.000
|
6.600
|
|
9.000
|
900
|
31.000
|
6.900
|
|
10.000
|
1000
|
32.000
|
7.200
|
|
11.000
|
1100
|
33.000
|
7.500
|
|
12.000
|
1200
|
34.000
|
7.800
|
|
13.000
|
1500
|
35.000
|
8.100
|
|
14.000
|
1800
|
36.000
|
8.400
|
|
15.000
|
2100
|
37.000
|
8.700
|
|
16.000
|
2400
|
38.000
|
9.000
|
|
17.000
|
2700
|
39.000
|
9.300
|
|
18.000
|
3000
|
40.000
|
9.600
|
|
19.000
|
3300
|
41.000
|
9.900
|
|
20.000
|
3600
|
42.000
|
10.200
|
|
21.000
|
3900
|
43.000
|
10.500
|
|
22.000
|
4200
|
44.000
|
10.800
|
|
23.000
|
4500
|
45.000
|
11.100
|
|
24.000
|
4800
|
46.000
|
11.400
|
|
25.000
|
5100
|
47.000
|
11.700
|
|
26.000
|
5400
|
48.000
|
12.000
|
|
27.000
|
5700
|
|
|
Για ατομικό εισόδημα άνω των σαράντα οχτώ χιλιάδων (48.000) ευρώ, οι απαιτούμενες δαπάνες είναι δώδεκα χιλιάδες ευρώ (12.000) και οι δηλούμενες δεν μπορεί να υπερβαίνουν τις δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ (15.000) ατομικά ή τριάντα χιλιάδες ευρώ (30.000) για οικογένεια.
Διευκρινίζεται ότι στη διαμόρφωση του αφορολόγητου ποσού της κλίμακας περιλαμβάνονται και οι πάσης φύσεως δαπάνες αγοράς υλικών και παροχής υπηρεσιών των κοινόχρηστων χώρων εκτός από τις δαπάνες εξόφλησης των λογαριασμών ύδρευσης, αποχέτευσης και ηλεκτροδότησης αυτών μετά τον επιμερισμό τους στους ενοίκους ή στους ιδιοκτήτες των οριζόντιων ιδιοκτησιών.
Στις περιπτώσεις αυτές θα ακολουθείται η ακόλουθη διαδικασία:
Ο διαχειριστής της πολυκατοικίας θα εκδίδει και θα χορηγεί σε κάθε συνιδιοκτήτη ή ενοικιαστή κατά περίπτωση (ανάλογα με το ποιόν βαρύνει η δαπάνη αυτή), συγκεντρωτική κατάσταση των ετήσιων δαπανών της πολυκατοικίας, στην οποία θα εμφανίζεται το ποσό των κοινόχρηστων δαπανών που λαμβάνονται υπόψη για την κάλυψη του αφορολογήτου ποσού.
Από την κατάσταση αυτή θα προκύπτει αναλυτικά το είδος της δαπάνης, αριθμός του τιμολογίου ή της απόδειξης λιανικής πώλησης, του τιμολογίου ή της απόδειξης παροχής υπηρεσιών, το ποσό της δαπάνης, καθώς και η κατανομή του συνόλου των δαπανών αυτών στον κάθε συνιδιοκτήτη ή ένοικο κατά περίπτωση, ανάλογα με το ποσοστό συνιδιοκτησίας κάθε οριζόντιας ιδιοκτησίας στους κοινόχρηστους χώρους. Αντίγραφο της συγκεντρωτικής κατάστασης θα συνυποβάλλεται από κάθε συνιδιοκτήτη ή ένοικο, κατά περίπτωση, μαζί με τις λοιπές αποδείξεις δαπανών και το αναγραφόμενο ποσοστό δαπάνης θα συναθροίζεται με τις λοιπές δαπάνες που καλύπτουν το αφορολόγητο ποσό. Τα πρωτότυπα των δικαιολογητικών στοιχείων των κοινόχρηστων δαπανών θα διαφυλάσσονται από το διαχειριστή της πολυκατοικίας.
Στις δαπάνες για την κάλυψη του αφορολογήτου ποσού συμπεριλαμβάνεται και η δαπάνη για παροχή υπηρεσιών από συμβολαιογράφο για σύνταξη συμβολαίου απόκτησης ακινήτου, εφόσον βέβαια η δαπάνη αυτή δεν εμπίπτει στις αντικειμενικές δαπάνες του άρθρου 17 του ΚΦΕ (π.χ. γονική παροχή ή δωρεά). Όταν στις περιπτώσεις αυτές η αμοιβή του συμβολαιογράφου αναγράφεται στο συμβόλαιο, τότε για την απόδειξη της πραγματοποίησης αυτής της δαπάνης επισυνάπτονται από τον φορολογούμενο φωτοτυπίες των σελίδων του συμβολαίου από τις οποίες προκύπτει η δαπάνη.
Το ποσό των δαπανών μερίζεται μεταξύ των συζύγων ανάλογα με το ύψος του εισοδήματός τους που δηλώνεται με την αρχική δήλωσή τους και φορολογείται με τις γενικές διατάξεις. Επιπλέον προβλέπεται και μεταφορά ποσού δαπανών από τον έναν σύζυγο στον άλλον, εφόσον έχει καλύψει το αφορολόγητο ποσό του.
Εξαιρούνται και δε λαμβάνονται υπόψη οι δαπάνες για απόκτηση περιουσιακών στοιχείων, οι δαπάνες για ύδρευση, αποχέτευση, ηλεκτρισμό, τηλεπικοινωνίες γενικά, για εισιτήρια σε κάθε είδους μεταφορικό μέσο και όσες δαπάνες με βάση άλλες φορολογικές διατάξεις λαμβάνονται υπόψη για φορολογικές ελαφρύνσεις.
Επομένως δε λαμβάνονται υπόψη:
α) οι δαπάνες του άρθρου 17 του ΚΦΕ όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με τις διατάξεις του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου. Ενδεικτικά αναφέρουμε τις δαπάνες για αγορά ή χρηματοδοτική μίσθωση ακινήτου, πλοίων αναψυχής, αυτοκινήτων, δίτροχων κλπ. οχημάτων, για ανέγερση ακινήτου, για τοκοχρεωλυτική απόσβεση δανείων ή πιστώσεων κλπ.
β) οι δαπάνες του άρθρου 8 του ΚΦΕ, οι οποίες αφαιρούνται από το συνολικό εισόδημα του φορολογούμενου, δηλαδή οι δαπάνες για ασφάλιση ζωής ή θανάτου, οι εισφορές που καταβάλλονται στα ταμεία ασφάλισης του φορολογούμενου, οι τόκοι στεγαστικών δανείων για πρώτη κατοικία, τα έξοδα ιατρικής περίθαλψης κλπ.
γ) οι δαπάνες της παρ. 3 του άρθρου 9 του ΚΦΕ, ποσοστό των οποίων μειώνει το ποσό του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική κλίμακα ,δηλαδή τα έξοδα νοσοκομειακής περίθαλψης, οι δαπάνες για ενοίκιο κύριας κατοικίας, για παράδοση κατ΄ οίκον μαθημάτων ή για φροντιστήρια, για τόκους στεγαστικών δανείων για απόκτηση πρώτης κατοικίας, για δικηγόρους λόγω παροχής νομικών υπηρεσιών κλπ.
δ) Για τις δαπάνες της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 23 του ΚΦΕ, ποσοστό των οποίων εκπίπτει από το ακαθάριστο εισόδημα των ακινήτων, δηλαδή για ασφάλιστρα πυρκαγιάς ή άλλων κινδύνων, για δικαστικές δαπάνες και για αμοιβή δικηγόρων για δίκες μισθωτικών διαφορών μεταξύ ιδιοκτητών και διαχειριστών ιδιοκτησίας κατ΄ ορόφους.
Οι φορολογούμενοι υποβάλλουν τις αποδείξεις δαπανών σε ειδική ηλεκτρονική φόρμα ή σε κλειστό φάκελο στην αρμόδια για τη φορολογία του εισοδήματός του ΔΟΥ στον οποίο θα αναγράφονται:
α. Το ονοματεπώνυμο, και ο ΑΦΜ του υπόχρεου
β. ο αριθμός των αποδείξεων και
γ. το συνολικό ποσό αυτών
Ο φάκελος θα παραμένει κλειστός στη ΔΟΥ μέχρι την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας υποβολής των δηλώσεων. Μετά την ολοκλήρωση της υποβολής των δηλώσεων θα ανοιχθούν και θα πραγματοποιηθεί δειγματοληπτικός έλεγχος με οδηγίες της Διοίκησης που θα δοθούν στο χρόνο εκείνο.
Για την αναγνώριση των αποδείξεων από τη Φορολογική Αρχή απαιτείται να διακρίνεται η επωνυμία της εκδότριας επιχείρησης, ο ΑΦΜ αυτής, η ημερομηνία έκδοσης και το τελικό ποσό. Σε περίπτωση κατά την οποία η απόδειξη δεν είναι τυπωμένη με έντονα στοιχεία και πιθανολογείται η πλήρης εξαφάνισή τους ο φορολογούμενος πρέπει να επαναλάβει τα προαναφερθέντα στοιχεία (επωνυμία της επιχείρησης, ΑΦΜ, ημερομηνία και ποσά), ούτως ώστε να καθίσταται στη συνέχεια εφικτός ο έλεγχός τους από τη Φορολογούσα Αρχή.
—————
Για πληρέστερη κατανόηση του υπολογισμού των δαπανών παραθέτουμε τα ακόλουθα παραδείγματα:
1ο ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ:
Ετήσιο δηλούμενο εισόδημα:
|
Υπόχρεου :
|
25.500 ευρώ
|
|
Συζύγου :
|
6.000 »
|
|
Οικογενειακό :
|
31.500 »
|
Δηλούμενο ποσό αποδείξεων 5.250 ευρώ
Απαιτούμενο ποσό αποδείξεων:
Υπόχρεου: (12.000Χ10%)+(13.500Χ30%)=1.200+4050=5.250 ευρώ
Συζύγου: Δεν απαιτούνται λόγω ποσού εισοδήματος
Στο παράδειγμα αυτό η σύζυγος, λόγω ποσού εισοδήματος, δεν έχει υποχρέωση να προσκομίσει αποδείξεις και οι προσκομιζόμενες αποδείξεις των 5.250 ευρώ χρησιμοποιούνται όλες από τον υπόχρεο, ο οποίος δικαιούται το αφορολόγητο ποσό των 12.000 ευρώ.
|
Αφορολόγητο ποσό φορολογουμένου:
|
(12.000) ευρώ
|
|
» » συζύγου:
|
(6.000) »
|
2ο ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ:
Ετήσιο δηλούμενο εισόδημα:
|
Υπόχρεου:
|
28.300 ευρώ
|
|
Συζύγου:
|
16.800 »
|
|
Οικογενειακό:
|
45.100 »
|
Δηλούμενο ποσό αποδείξεων: (5.500) ευρώ
Απαιτούμενο ποσό αποδείξεων:
|
Υπόχρεου : (12.000Χ10%)+(16.300Χ30%)=1.200+4.890=
|
6.090 ευρώ
|
|
Συζύγου : (12.000Χ10%)+(4.800Χ30%)=1.200+ 1.440=
|
2.640 »
|
|
Συνολικό ποσό :
|
8.730 »
|
Επιμερισμός ποσού δηλούμενων αποδείξεων:
Υπόχρεου : 5.500Χ (28.300/45.100)= 3.451,22 ευρώ
Συζύγου : 5.500Χ (16.800/451003)= 2.048,78 »
Επιβάρυνση φόρου:
Υπόχρεου: 6.090-3.451,22 = 2638,78Χ10%=263,88 ευρώ
Συζύγου: 2.640-2.048,78 = 591,22Χ10%= 59,12 »
Συνολική 323 »
|
Αφορολόγητο ποσό φορολογουμένου:
|
12.000 ευρώ
|
|
» » συζύγου :
|
12.000 »
|
3ο ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ:
Ετήσιο δηλούμενο εισόδημα:
|
Υπόχρεου :
|
15.000 ευρώ
|
|
Συζύγου :
|
25.000 »
|
|
Οικογενειακό :
|
40.000 »
|
Δηλούμενο ποσό αποδείξεων : 10.000 ευρώ
Απαιτούμενο ποσό αποδείξεων:
|
Υπόχρεου : (12.000Χ10%) +(3.000X30%)=1.200+ 900=
|
2.100 ευρώ
|
|
Συζύγου : (12.000Χ10%)+ (13.000Χ30%)=1.200+3.900=
|
5.100 »
|
|
Συνολικό ποσό αποδείξεων:
|
7.200 »
|
Επιμερισμός ποσού δηλούμενων αποδείξεων :
Υπόχρεου: 10.000Χ (15.000/40.000)= 3.750 ευρώ
Συζύγου: 10.000Χ (25.000/40.000)= 6.250 »
Ωφέλεια φόρου:
Υπόχρεου: 3.750 -2.100=1.650Χ10% =(165) ευρώ (+)
Συζύγου: 6.250 -5.100 =1.150Χ10% =(115)ευρώ (+)
|
Αφορολόγητο ποσό φορολογουμένου :
|
12.000 ευρώ
|
|
» » συζύγου :
|
12.000 »
|
4ο ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ:
Ετήσιο δηλούμενο εισόδημα:
|
Υπόχρεου :
|
35.000 ευρώ
|
|
Συζύγου :
|
70.000 »
|
|
Οικογενειακό :
|
105.000 »
|
Δηλούμενο ποσό αποδείξεων: 40.000 ευρώ
Απαιτούμενο ποσό αποδείξεων:
Υπόχρεου : (12.000Χ10%) +(23.000X30%)=1.200+ 6.900= 8.100 ευρώ
|
Συζύγου : (12.000Χ10%)+ (36.000Χ30%)=1.200+10.800=
|
12.000 »
|
|
Συνολικό ποσό αποδείξεων :
|
20.100 »
|
1ος Επιμερισμός ποσού δηλούμενων αποδείξεων:
Υπόχρεου: 40.000Χ (35.000/105.000)= 13.333 ευρώ
Συζύγου : 40.000Χ (70.000/105.000)= 26.667 »
2ος Επιμερισμός ποσού δηλούμενων αποδείξεων:
*(μετά τον περιορισμό του ποσού των 40.000 ευρώ στις 30.000 ευρώ)
Υπόχρεου: 30.000Χ (35.000/105.000)= 10.000 ευρώ
Συζύγου : 30.000Χ (70.000/105.000)= 20.000 »
Ωφέλεια φόρου:
Υπόχρεου: 10.000- 8.100= 1.900Χ10% =(190) ευρώ (+)
Συζύγου : 20.000 -12.000= 8.000Χ10% =(800) ευρώ (+)
|
Αφορολόγητο ποσό φορολογουμένου :
|
12.000 ευρώ
|
|
» » συζύγου :
|
12.000 »
|
Κατά ρητή διάταξη του νόμου οι πιο κάτω αναφερόμενοι δικαιούνται το αφορολόγητο ποσό, χωρίς να προσκομίσουν αποδείξεις :
α) οι δημόσιοι υπάλληλοι που υπηρετούν στην αλλοδαπή και τα λοιπά πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 47 του Κ.Φ.Ε. Πρόκειται για τους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών και των λοιπών δημόσιων πολιτικών υπηρεσιών, του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού, της Μόνιμης Αντιπροσωπείας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες και των στρατιωτικών, που υπηρετούν στην αλλοδαπή, καθώς και των υπαλλήλων του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών, των υπαλλήλων του Εθνικού Οργανισμού Μικρομεσαίων Μεταποιητικών Επιχειρήσεων και των υπαλλήλων της Πανελλήνιας Συνομοσπονδίας Ενώσεων Γεωργικών Συνεταιρισμών, που υπηρετούν στα οικεία αντιπροσωπευτικά γραφεία τους στις Βρυξέλλες.
β) όσοι διαμένουν σε οίκο ευγηρίας,
γ) οι φυλακισμένοι και
δ) οι κάτοικοι κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αποκτούν εισόδημα στην Ελλάδα πλέον του ενενήντα τοις εκατό (90%) του συνολικού εισοδήματός τους.
Επισημαίνεται ότι οι λοιποί κάτοικοι εξωτερικού που αποκτούν εισόδημα στην Ελλάδα δεν προσκομίζουν αποδείξεις δαπανών, δεδομένου ότι δεν δικαιούνται το αφορολόγητο ποσό της φορολογικής κλίμακας.
2. Με τις διατάξεις της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού, αντικαθίσταται το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του ΚΦΕ. Με τις νέες διατάξεις προβλέπεται αύξηση του αφορολόγητου ποσού που δικαιούται ο φορολογούμενος λόγω των τέκνων που τον βαρύνουν, ως εξής: Κατά χίλια πεντακόσια ευρώ (1.500) αν βαρύνεται με ένα τέκνο, κατά τρεις χιλιάδες ευρώ (3.000) αν έχει δύο τέκνα, κατά έντεκα χιλιάδες πεντακόσια ευρώ (11.500) αν έχει τρία τέκνα και κατά δύο χιλιάδες ευρώ (2.000) για κάθε τέκνο πάνω από τα τρία. Επομένως το συνολικό αφορολόγητο ποσό για φορολογούμενο που τον βαρύνει ένα τέκνο είναι δεκατρείς χιλιάδες πεντακόσια ευρώ (13.500), αν τον βαρύνουν δύο τέκνα είναι δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ (15.000 ), αν τον βαρύνουν τρία τέκνα είναι είκοσι τρεις χιλιάδες πεντακόσια ευρώ (23.500), αν τον βαρύνουν τέσσερα τέκνα εικοσιπέντε χιλιάδες πεντακόσια ευρώ (25.500) κ.ο.κ.
Με την περίπτωση β΄ της ίδιας παραγράφου γίνεται νομοτεχνική τακτοποίηση και το αφορολόγητο ποσό λόγω τέκνων που προσαυξάνει το αφορολόγητο ποσό του πρώτου κλιμακίου της φορολογικής κλίμακας μειώνει το ποσό του δεύτερου φορολογικού κλιμακίου και αν αυτό δεν επαρκεί του τρίτου κλιμακίου και όποιου επόμενου κλιμακίου απαιτείται.
Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή ,σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 92, για εισοδήματα που αποκτώνται από 1 Ιανουαρίου 2010 και μετά.
3. Με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού, προβλέπεται μείωση φόρου κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) του ποσού της ετήσιας δαπάνης που καταβάλλει ο φορολογούμενος για ασφάλιστρα ασφαλίσεων ζωής, θανάτου, προσωπικών ατυχημάτων και ασθένειας, για την ασφάλιση του ίδιου, της συζύγου του και των τέκνων που τους βαρύνουν. Τη μείωση αυτή δικαιούται και ο διαζευγμένος γονέας για ασφάλιστρα που καταβάλλει για ασφάλιση των τέκνων του, τα οποία δεν τον βαρύνουν για το λόγο ότι δεν συγκατοικούν μαζί του, αλλά συγκατοικούν με τον άλλο γονέα τον οποίο και βαρύνουν. Το ποσό των ασφαλίστρων στο οποίο υπολογίζεται η μείωση είκοσι τοις εκατό (20%) δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο των χιλίων διακοσίων ευρώ (1.200) για τον άγαμο και των δύο χιλιάδων τετρακοσίων ευρώ (2.400) για την οικογένεια, δηλαδή τους συζύγους, άσχετα αν ο κάθε σύζυγος ασφαλίζεται μόνος του ή ο ένας ασφαλίζει τον άλλον ή αν ασφαλίζουν τα τέκνα τους που τους βαρύνουν. Το ποσό αυτό των ασφαλίστρων υπολογίζεται αθροιστικά και για τους δύο συζύγους και επιμερίζεται μεταξύ τους ανάλογα με το ύψος του εισοδήματος του καθενός που φορολογείται με τις γενικές διατάξεις, όπως δηλώθηκε με την αρχική δήλωσή τους. Προϋπόθεση για τη διενέργεια της μείωσης αυτής είναι το ποσό των ασφαλίστρων να έχει περιληφθεί στην αρχική δήλωση του φορολογουμένου. Η διατάξεις αυτές ισχύουν για δαπάνες που πραγματοποιούνται από 1.1.2010 και μετά.
Επισημαίνεται ότι, με τις αντικατασταθείσες διατάξεις προβλεπόταν μείωση του φόρου κατά ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) του ποσού των τόκων στεγαστικών δανείων που είχαν συναφθεί κατά τα έτη 2009 και 2010 για απόκτηση οποιασδήποτε κατοικίας μέχρι διακόσια τετραγωνικά μέτρα (200 τ.μ.). Συνεπώς οι τόκοι αυτών των δανείων που καταβάλλονται από το 2010 αναγνωρίζονται με το γενικό κανόνα της έκπτωσης των τόκων για πρώτη κατοικία μέχρι 120 τ.μ. κ.λ.π.
Τέλος, εξακολουθεί να ισχύει η έκπτωση των τόκων των στεγαστικών δανείων που λαμβάνονται με σκοπό την αγορά α΄ κατοικίας καθώς και την αναστήλωση, επισκευή, συντήρηση ή εξωραϊσμό διατηρητέων κτισμάτων, είτε από το εισόδημα είτε από το φόρο ως ποσοστό, ανάλογα με την ημερομηνία σύναψής τους, όπως σαφώς ορίζεται στις διατάξεις της περ. ε΄ του άρθρου 8 και της περ. γ΄ του άρθρου 9 του ΚΦΕ.
4. Με την παράγραφο 4 του άρθρου αυτού προστέθηκαν στην παράγραφο 3 του άρθρου 9 του ΚΦΕ, περιπτώσεις ζ΄, η΄ και θ΄ με βάση τις οποίες, οι δαπάνες που αφορούν στις χρηματικές δωρεές και χορηγίες, στην παροχή υπηρεσιών από δικηγόρο καθώς και στην αλλαγή εγκατάστασης κεντρικού κλιματισμού χρήσης καυσίμου από πετρέλαιο σε φυσικό αέριο κλπ., δεν αφαιρούνται πλέον από το εισόδημα (καταργήθηκε η έκπτωση από το εισόδημα με βάση την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του παρόντος νόμου, από 1/1/2010 για τα εισοδήματα που αποκτώνται και τις δαπάνες που πραγματοποιούνται από την ημερομηνία αυτή και μετά), αλλά μειώνουν το ποσό του φόρου εισοδήματος που προκύπτει με βάση τη φορολογική κλίμακα κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) οι δύο πρώτες και κατά δέκα τοις εκατό (10%) η τρίτη.
Ειδικότερα, στη μείωση του φόρου λόγω δωρεών και χορηγιών δεν περιλαμβάνονται οι δωρεές σε αθλητικά σωματεία. Ακόμη, το συνολικό ετήσιο ποσό των δωρεών και χορηγιών στο οποίο υπολογίζεται η μείωση δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο από το ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) του συνολικού εισοδήματος του φορολογουμένου που φορολογείται με τις γενικές διατάξεις.
Επίσης, το συνολικό ποσό των αμοιβών σε δικηγόρους δεν μπορεί να υπερβεί ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) του εισοδήματος που είτε δηλώνεται είτε προκύπτει με βάση τις αντικειμενικές δαπάνες .
Όσον αφορά τη μείωση φόρου λόγω της δαπάνης αλλαγής εγκατάστασης κεντρικού κλιματισμού χρήσης καυσίμου από πετρέλαιο σε φυσικό αέριο κλπ., με τη νέα διάταξη διευρύνεται το πεδίο εφαρμογής της υφιστάμενης ρύθμισης. Δηλαδή με τη νέα διάταξη προβλέπεται μείωση φόρου δέκα τοις εκατό (10%), και μέχρι του ποσού των έξι χιλιάδων ευρώ (6.000), της δαπάνης που καταβάλλεται για επεμβάσεις ενεργειακής αναβάθμισης ακινήτου, οι οποίες θα προκύψουν μετά από ενεργειακή επιθεώρηση, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.3661/2008 και τις κανονιστικές πράξεις που εκδίδονται κατ΄ εξουσιοδότηση του νόμου αυτού και αφορούν:
α) Την αντικατάσταση του λέβητα πετρελαίου για την εγκατάσταση τηλεθέρμανσης ή για νέα εγκατάσταση τηλεθέρμανσης ή συστήματος που κάνει χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, καθώς και για παρεμβάσεις στο υφιστάμενο σύστημα που αφορούν σε σύστημα αντιστάθμισης στον καυστήρα/λέβητα σε συνδυασμό με αυτονομία θέρμανσης και μόνωση σωληνώσεων,
β) Την αλλαγή εγκατάστασης κεντρικού κλιματισμού χρήσης καυσίμου από πετρέλαιο σε φυσικό αέριο ή για νέα εγκατάσταση φυσικού αερίου,
γ) Την αγορά και εγκατάσταση ηλιακών συλλεκτών και για την εγκατάσταση κεντρικού κλιματισμού με χρήση ηλιακής ενέργειας,
δ) Την αγορά και εγκατάσταση αποκεντρωμένων συστημάτων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που βασίζονται σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (φωτοβολταϊκά, μικρές ανεμογεννήτριες) και συμπαραγωγής ηλεκτρισμού και ψύξης - θέρμανσης με χρήση φυσικού αερίου ή ανανεώσιμων πηγών,
ε) Τη θερμομόνωση σε υφιστάμενα κτίρια με τοποθέτηση διπλών θερμομονωτικών υαλοπινάκων και θερμομονωτικών πλαισίων/κουφωμάτων (συμπεριλαμβάνονται εξωτερικά καλύμματα, παντζούρια και ρολά) και τοποθέτηση θερμομόνωσης στο κέλυφος ή / και στην οροφή (δώμα ή στέγη) και
στ) Τη δαπάνη για διενέργεια ενεργειακής επιθεώρησης από αρμόδιο επιθεωρητή.
Οι πιο πάνω επιλέξιμες παρεμβάσεις περιλαμβάνουν αυτές που υπήρχαν στην υφιστάμενη ρύθμιση και προστέθηκαν νέες βάσει του προγράμματος «ΕΞΟΙΚΟΝΟΜΗΣΗ ΚΑΤ΄ ΟΙΚΟΝ» (εκτός από εγκατάσταση νέου συστήματος καυστήρα / λέβητα υψηλής απόδοσης πετρελαίου, καθώς αυτή είναι εκτός της φιλοσοφίας της υφιστάμενης ρύθμισης).
Οι επιλέξιμες δαπάνες περιλαμβάνουν, στην περίπτωση των διαμερισμάτων πολυκατοικίας, τόσο τις δαπάνες σε επίπεδο διαμερίσματος όσο και τις κοινές δαπάνες της πολυκατοικίας επιμερισμένες βάσει των χιλιοστών ιδιοκτησίας.
Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή, σύμφωνα με την παράγρ.6 του άρθρου αυτού για δαπάνες που πραγματοποιούνται από 1/1/2010 και μετά.
5. Με διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου αυτού, γίνεται νομοτεχνική τακτοποίηση της παραγράφου 4 του άρθρου 9 του Κ.Φ.Ε. λόγω της προσθήκης των περιπτώσεων δ΄, ζ΄, η΄ και θ΄ στην παράγραφο 3 του άρθρου αυτού.
6. Με την παράγραφο 8, τροποποιήθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 118 του ΚΦΕ. Με βάση την τροποποίηση αυτή, τα φυσικά πρόσωπα που κατοικούν μόνιμα σε νησιά με πληθυσμό κάτω των τριών χιλιάδων εκατό κατοίκων (3.100), δικαιούνται το αυξημένο κατά 50% αφορολόγητο ποσό, χωρίς να απαιτείται προσκόμιση επιπλέον αποδείξεων δαπανών για την κάλυψη αυτής της προσαύξησης.
7. Με τις διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου αυτού, γίνεται νομοτεχνική τακτοποίηση δηλαδή όπου στις διατάξεις του ΚΦΕ αναγράφεται κλίμακα (α΄) ή (β΄) νοείται η κλίμακα της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, όπως θεσπίζεται με το νόμο αυτό.
8. Με τις διατάξεις της παραγράφου 10 του άρθρου αυτού, αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 9 του ΚΦΕ και προβλέπεται η μείωση του φόρου, για τη διατροφή που καταβάλλει ο ένας σύζυγος στον άλλον δεν μπορεί να υπερβεί τα τρεις χιλιάδες ευρώ (3.000).
Με βάση την παράγραφο 11 του άρθρου αυτού, τα ανωτέρω ισχύουν από το οικονομικό έτος 2011 και μετά.
Οκτώβριος 7th, 2010
Posted by
elogistiki |
Δηλώσεις 2011 |
no comments
Το «μοντέλο» της νέας περαίωσης - Ποιοι υπάγονται, ποιοι εξαιρούνται, τα ποσά, οι δόσεις και η αμνηστία
Δημοσίευμα της εφημερίδας “Τα Νέα”.
Με «ταρίφα» που αρχίζει από 200 ευρώ και φτάνει έως και 1.000 ευρώ για κάθε χρόνο θα κληθούν να περαιώσουν 1 εκατομμύριο ελεύθεροι επαγγελματίες καιεπιχειρήσεις τις εκκρεμείς υποθέσεις της τελευταίας δεκαετίας.
Ετσι, ένας ελεύθερος επαγγελματίας με βιβλία Β΄ κατηγορίας και καθαρό φορολογικό παρελθόν που θέλει να κλείσει 10 χρήσεις θα κληθεί να πληρώσει κατ΄ ελάχιστον 4.000 ευρώ.
Οι υπηρεσίες του υπουργείου Οικονομικών έχουν έτοιμο το «μοντέλο» της περαίωσης που θα κατατεθεί υπό μορφήν αυτόνομου νομοσχεδίου στη Βουλή την ερχόμενη εβδομάδα.
Στο προσχέδιο του νομοσχεδίου, στο οποίο βασίζονται τα παραδείγματα που παρουσιάζουν σήμερα η εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», δεν αποκλείονται διορθώσεις από τον υπουργό Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου σε σύσκεψη που έχει προγραμματιστεί μετά την επιστροφή του από τη Φρανκφούρτη, την Παρασκευή.
Ο τύπος της περαίωσης που προκρίνεται είναι πάρα πολύ απλός, βασίζεται στα ακαθάριστα έσοδα που έχουν δηλωθεί και βρίσκονται ήδη στα αρχεία της Γενικής Γραμματείας Πληροφορικών Συστημάτων, η οποία θα υπολογίσει τους φόρους και θα στείλει τα σχετικά «ραβασάκια». Αν η περαίωση γίνει αποδεκτή, ο φορολογούμενος θα πληρώνει 10% του πρόσθετου φόρου και το υπόλοιπο θα μπορεί να καταβληθεί σε 6 έως 12 μηνιαίες δόσεις. Κάθε μία δεν μπορεί να είναι χαμηλότερη από 300 ευρώ.
Η πρόταση.
Σύμφωνα με την πρόταση που προκρίνεται, τα ακαθάριστα έσοδα κάθε χρήσης πολλαπλασιάζονται με συντελεστές από 1% έως 3% ανάλογα με το αν τα βιβλία του ελεύθερου επαγγελματία ή της επιχείρησης είναι «καθαρά» ή έχουν κριθεί ανεπαρκή- ανακριβή. Το 20% του ποσού που προκύπτει είναι ο φόρος περαίωσης εισοδήματος και το 19% ( ή ο εκάστοτε ισχύων συντελεστής ΦΠΑ) αποτελεί τον ΦΠΑ περαίωσης. Τα ποσά αυτά αθροίζονται και δεν μπορεί να είναι χαμηλότερα από 200 έως 1.000 ευρώ ανά χρήση που περαιώνεται.
Η περαίωση θα «πιάνει» και υποθέσεις που εκκρεμούν στα διοικητικά δικαστήρια υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχουν συζητηθεί σε δευτεροβάθμιο επίπεδο. Σε αυτή την περίπτωση «απαιτείται σχετική πράξη Διοικητικής Επίλυσης της Διαφοράς υπογραφόμενη από τον προϊστάμενο της ΔΟΥ και τον επιτηδευματία». Ο φορολογούμενος θα πληρώνει τον φόρο περαίωσης αλλά και το ένα τέταρτο των προστίμων που του έχουν επιβληθεί για να κλείσει τις εκκρεμείς του υποθέσεις.
Για το ίδιο θέμα Η Ημερησία Αναφέρει
Περαίωση: Ποιοι υπάγονται, ποιοι εξαιρούνται, τα ποσά, οι δόσεις και η αμνηστία
Σύμφωνα με πληροφορίες, το σχέδιο για την περαίωση των εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων πάνω στο οποίο συζητάει το οικονομικό επιτελείο και θα κάνει τις τελικές παρεμβάσεις αφορά 10 σημεία
Φορο-αμνηστία για το παρελθόν θα εξασφαλίσουν οι επιχειρήσεις και οι ελεύθεροι επαγγελματίες που θα υπαχθούν στη νέα ρύθμιση για το κλείσιμο των εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων της τελευταίας δεκαετίας. Μόλις πληρώσουν τους φόρους της περαίωσης θα έχουν τη δυνατότητα να καταστρέψουν τα βιβλία και φορολογικά στοιχεία τους.
Σύμφωνα με το σχέδιο της ρύθμισης που επεξεργάζονται στο υπουργείο Οικονομικών, περισσότερες από 1.000.000 εκκρεμείς φορολογικές υποθέσεις της περιόδου 2000-2009 κλείνουν οριστικά με την καταβολή τουλάχιστον 200 έως 1.000 ευρώ για κάθε χρήση.
Οι τελικές αποφάσεις για τη νέα ρύθμιση θα ληφθούν αύριο σε σύσκεψη που θα έχει ο υπουργός Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου με το επιτελείο του, προκειμένου το σχετικό νομοσχέδιο να κατατεθεί στη Βουλή την επόμενη εβδομάδα.
Σύμφωνα με πληροφορίες, το σχέδιο για την περαίωση των εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων πάνω στο οποίο συζητάει το οικονομικό επιτελείο και θα κάνει τις τελικές παρεμβάσεις αφορά τα εξής 10 σημεία:
-Ρυθμίζονται εκκρεμείς υποθέσεις φορολογίας εισοδήματος, ΦΠΑ και λοιπών φορολογιών επιτηδευματιών που αφορούν διαχειριστικές περιόδους που έκλεισαν μέχρι και τις 31 Δεκεμβρίου 2009. Περιλαμβάνονται και υποθέσεις πλαστών και εικονικών τιμολογίων. Στις εκκρεμείς υπάγονται και οι υποθέσεις για τις οποίες δεν έχει αρχίσει ο έλεγχος ή έχει αρχίσει και δεν έχει ολοκληρωθεί, καθώς και όσες εκκρεμούν στα διοικητικά δικαστήρια και δεν έχουν συζητηθεί στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Από τη ρύθμιση εξαιρούνται:
-Κάθε χρήση με ακαθάριστα έσοδα άνω των 9.000.000 ευρώ. Στο υπουργείο Οικονομικών έχουν φθάσει ήδη αιτήματα για αύξηση του ορίου των 9 εκατ. ευρώ, προκειμένου να υπαχθούν στη νέα ρύθμιση και μεγαλύτερες και περισσότερες επιχειρήσεις.
-Υποθέσεις για τις οποίες δεν έχει υποβληθεί μέχρι την 30ή Ιουνίου 2010 εμπρόθεσμη ή εκπρόθεσμη αρχική δήλωση φόρου εισοδήματος ή εκκαθαριστική δήλωση ΦΠΑ για κάποια από τις εκκρεμείς χρήσεις.
-Υποθέσεις επιχειρήσεων που είναι εισηγμένες στο Χ.Α.
-Εκκρεμείς υποθέσεις για τις οποίες υπάρχουν κατασχεμένα ανεπίσημα βιβλία ή στοιχεία.
-Εκκρεμείς υποθέσεις επιτηδευματιών οι οποίοι δεν έχουν ρυθμίσει ληξιπρόθεσμα χρέη προς το Δημόσιο.
Επιβάρυνση από 200 έως 1.000 ευρώ για κάθε χρήση
Προκαταβολή 10% και σειρά δόσεων
Με μαθηματικό τύπο θα προκύψει το τελικό ποσό φόρου για επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες. Υπολογίζεται ότι η ετήσια επιβάρυνση θα κυμαίνεται από 200 έως 1.000 ευρώ. Σύμφωνα με το βασικό σενάριο ο φόρος θα υπολογίζεται ως εξής:
Σε κάθε υπόθεση επιχείρησης ή ελεύθερου επαγγελματία που δεν βαρύνεται με φορολογικές παραβάσεις, τα δηλωθέντα ακαθάριστα έσοδα κάθε ανέλεγκτης χρήσης θα πολλαπλασιάζονται με συντελεστή 1%. Σε περίπτωση ανεπάρκειας των βιβλίων, ο συντελεστής διαμορφώνεται στο 2% και αν τα βιβλία έχουν χαρακτηριστεί ανακριβή ο συντελεστής ανεβαίνει στο 3%. Το γινόμενο αυτό αποτελεί τη βάση υπολογισμού του φόρου εισοδήματος και ΦΠΑ της περαίωσης.
Ο φόρος εισοδήματος της περαίωσης θα προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό της βάσης υπολογισμού με συντελεστή 20%.
Ο φόρος εισοδήματος που πρέπει να καταβληθεί για κάθε ανέλεγκτη χρήση δεν θα μπορεί να είναι μικρότερος από 100 έως 300 ευρώ (βλ. πίνακα). Σε περίπτωση που τα βιβλία έχουν κριθεί ανεπαρκή, ο ελάχιστος φόρος κυμαίνεται από 200 - 400 ευρώ, ενώ σε περίπτωση ανακρίβειας των βιβλίων ο ελάχιστος φόρος διαμορφώνεται από 300 - 500 ευρώ ανά χρήση (βλ. πίνακα).
Ο πρόσθετος ΦΠΑ της περαίωσης θα προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό της βάσης υπολογισμού με τον συντελεστή ΦΠΑ ή τον μεσοσταθμικό συντελεστή σε περίπτωση ύπαρξης περισσότερων του ενός συντελεστών.
Το ποσό ΦΠΑ που πρέπει να καταβληθεί για κάθε ανέλεγκτη χρήση η οποία δεν βαρύνεται με παραβάσεις δεν θα μπορεί να είναι μικρότερο από 100 - 300 ευρώ (βλ. πίνακα). Σε περίπτωση που τα βιβλία έχουν κριθεί ανεπαρκή ο ελάχιστος ΦΠΑ κυμαίνεται από 200 - 400 ευρώ, ενώ σε περίπτωση ανακρίβειας των βιβλίων ο ελάχιστος φόρος διαμορφώνεται από 300 - 500 ευρώ ανά χρήση (βλ. πίνακα).
Τα ελάχιστα ποσά κλιμακώνονται ανάλογα με την κατηγορία των βιβλίων που τηρεί κάθε επιχείρηση και σε συνάρτηση με το βάρος τυχόν παραβάσεων που τους έχουν καταλογισθεί από τις ΔΟΥ, το ΣΔΟΕ, την ΥΠΕΕ ή τα Ελεγκτικά Κέντρα.
Το βάρος της νέας περαίωσης αναμένεται να σηκώσει η Γενική Γραμματεία Πληροφορικών Συστημάτων. Η ΓΓΠΣ θα εκτυπώνει και θα αποστέλλει «μηχανογραφημένο φύλλο περαίωσης εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων», στο οποίο θα αναγράφεται το σύνολο του πρόσθετου φόρου εισοδήματος και του πρόσθετου ΦΠΑ για κάθε εκκρεμή χρήση, καθώς και το σύνολο της οφειλής.
Ποσοστό 10% θα πρέπει να καταβληθεί με την υπαγωγή στη ρύθμιση περαίωσης.
Το υπόλοιπο ποσό του συνολικού φόρου περαίωσης καταβάλλεται σε δόσεις ως εξής:
6 μηνιαίες δόσεις, όταν το ποσό της αρχικής συνολικής οφειλής αυτών είναι μέχρι 15.000 ευρώ. Το ποσό της κάθε δόσης δεν μπορεί να είναι μικρότερο από 400 ευρώ.
9 μηνιαίες δόσεις όταν το ποσό της αρχικής συνολικής οφειλής υπερβαίνει τις 15.000 ευρώ και μέχρι 30.000 ευρώ.
12 μηνιαίες δόσεις όταν το ποσό της αρχικής συνολικής οφειλής αυτών είναι πάνω από 30.000 ευρώ.
Η πρώτη δόση πρέπει να καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου μήνα από εκείνον εντός του οποίου υπογράφηκε η σχετική πράξη επί του «μηχανογραφημένου φύλλου περαίωσης εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων». Οι υπόλοιπες δόσεις πρέπει να εξοφληθούν μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα των αντίστοιχων επόμενων μηνών, χωρίς να απαιτείται σχετική ειδοποίηση του υπόχρεου.
Σε περίπτωση που ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό καταβληθεί μέσα στην προθεσμία καταβολής της πρώτης δόσης, θα παρέχεται έκπτωση 5%.
Οι επιτηδευματίες που θα περαιώνουν τις εκκρεμείς φορολογικές υποθέσεις τους, εφόσον εξοφλήσουν ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό μέσα στην προθεσμία καταβολής της πρώτης δόσης:
Για τις χρήσεις 2000-2004, θεωρείται ότι έχει επέλθει η παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου για επιβολή φόρου και κατά συνέπεια μπορούν να καταστρέψουν βιβλία, στοιχεία και ηλεκτρομαγνητικά μέσα.
Για τις περαιούμενες διαχειριστικές περιόδους 2005-2009 μπορούν να καταστρέψουν μόνο τα στοιχεία.
Σεπτέμβριος 16th, 2010
Posted by
elogistiki |
Περαίωση 2010 |
no comments
Σαρωτική περαίωση ανακοίνωσε ο Πρωθυπουργός στην ΔΕΘ.
Το σχετικό τμήμα από την Ομιλία του στην Δ.Ε.Θ. έχει ω εξής.
“Μπορούμε να βάλουμε μια διαχωριστική γραμμή με το παρελθόν; Μπορούμε να κλείσουμε το παρελθόν και να ανοίξουμε μια νέα σελίδα στο μέλλον; Μια νέα σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ φορολογούμενου και κράτους;, αναρωτήθηκε ο πρωθυπουργός για να απαντήσει: “Ναι, μπορούμε”. Σήμερα ανακοινώνουμε μια γενναία ρύθμιση. Τραβάμε οριστικά μια γραμμή με το παρελθόν. Όχι για παραγραφή, αλλά για απελευθέρωση. Απελευθέρωση του επιχειρηματία από το παρελθόν. Απελευθέρωση των φορολογικών μηχανισμών από τις ανέλεγκτες χρήσεις. Όλο το παρελθόν. Μέχρι σήμερα. Θα δοθεί η δυνατότητα να κλείσουν όλες οι ανέλεγκτες χρήσεις. Να κλείσουν όλες οι υποθέσεις που εκκρεμούν στα δικαστήρια. Για να γίνει μια νέα αρχή. Να βάλουμε τέλος στο καθεστώς του εκβιασμού, αλλά και τέλος στο καθεστώς του λαδώματος στον έφορο και στη φορολογική απάτη. Με ένα νέο πλαίσιο θεσμικό που αίρει τη δυνατότητα που υπάρχει σήμερα να χρησιμοποιείται η δικαστική προσφυγή ως μέσω φοροαποφυγής. Που δίνει τέλος στις ατέρμονες αναβολές στα δικαστήρια. Που τιμωρεί παραδειγματικά τη φοροδιαφυγή ως ποινικό αδίκημα. Για αυτό θα αποφασίσουμε ως κοινωνία. Δε θα είναι άλλη μία «τελευταία φορά». Θα είναι «πρώτη φορά» που θα κλείσουμε οριστικά τη σχέση μας με το παρελθόν. Με αυστηρό «πόθεν έσχες» με μία αυστηρή αλλά έντιμη σχέση φορολογικού συστήματος και φορολογούμενου. “
Σεπτέμβριος 12th, 2010
Posted by
elogistiki |
Περαίωση 2010 |
no comments
ΛΟΓΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΘΗΝΩΝ
Προς Υπουργό Οικονομικών
Κο Γεώργιο Παπακωνσταντίνου
Αθήνα, 02 Ιουνίου 2010
Θέμα « Παράταση Υποβολής Συγκεντρωτικών Καταστάσεων»
Ο νέος Φορολογικός Νόμος Ν3842/2010 ψηφίστηκε και δημοσιεύτηκε στις 23/04/2010 με αναδρομική ισχύ για τις περισσότερες διατάξεις του από 01/01/2010. Ανάμεσα στις υπόλοιπες ρυθμίσεις, αλλάζει την ημερομηνία υποβολής των Συγκεντρωτικών Καταστάσεων των τιμολογίων των επιχειρήσεων, ορίζοντας την για τέλος Ιουνίου 2010. Η αλλαγή αυτή φέρνει στους επαγγελματίες λογιστές – φοροτεχνικούς και τις επιχειρήσεις άλλη μια μη αναμενόμενη υποχρέωση σε μια ήδη αρκετά φορτισμένη χρονική περίοδο. Οι ημερομηνίες υποβολής των Συγκεντρωτικών Καταστάσεων είναι εξοντωτικές διότι συμπίπτουν με τις προθεσμίες υποβολής δηλώσεων διαφόρων αντικειμένων έτους 2009.
Γι αυτό το λόγο αιτούμαστε :
Να δοθεί παράταση υποβολής των Συγκεντρωτικών Καταστάσεων και Ισοζυγίου τουλάχιστον μέχρι 31/10/2010 και
Να ισχύσουν οι νέες προθεσμίες από την επόμενη χρήση δηλαδή από το οικονομικό έτος 2011.
Με εκτίμηση Για τον Λογιστικό Σύλλογο Αθηνών
Το Διοικητικό Συμβούλιο
Ιούνιος 3rd, 2010
Posted by
elogistiki |
Γενικά, Λογιστικοί Σύλλογοι |
no comments
ΠΟΛ.1074/28.5.2010
Κοινοποίηση των διατάξεων του άρθρου 5 του ν. 3833/2010 «Προστασία της εθνικής οικονομίας-Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης (ΦΕΚ Α’/40) σχετικά με την επιβολή έκτακτης οικονομικής εισφοράς στα φυσικά πρόσωπα με μεγάλο εισόδημα (100.000 ευρώ και άνω).
Αθήνα, 28 Μαΐου 2010
Aρ. Πρωτ: Δ12Α/1-6-2010
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
1. ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ & ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ
ΓΕΝ. Δ/ΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
Δ/ΝΣΗ ΦΟΡΟΛ. ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ
ΤΜΗΜΑ Α’
2.ΓΕΝ. ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΠΛΗΡ. ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΚΕΠΥΟ
Δ/ΝΣΗ 30η – ΤΜΗΜΑ Α’
Ταχ. Δ/νση : Καρ. Σερβίας 10
Τηλέφωνο : 210 3375315-6
FAX : 210 3375001
ΠΟΛ.1074
ΘΕΜΑ: Κοινοποίηση των διατάξεων του άρθρου 5 του ν. 3833/2010 «Προστασία της εθνικής οικονομίας-Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης (ΦΕΚ Α’/40) σχετικά με την επιβολή έκτακτης οικονομικής εισφοράς στα φυσικά πρόσωπα με μεγάλο εισόδημα (100.000 ευρώ και άνω).
Σας κοινοποιούμε τις πιο πάνω διατάξεις μαζί με τις ακόλουθες οδηγίες για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή τους.
1. ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
Με βάση τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 5 του κοινοποιούμενου νόμου, η έκτακτη εφάπαξ οικονομική εισφορά επιβάλλεται μόνο στα φυσικά πρόσωπα που είναι υποκείμενα σε φόρο εισοδήματος στην Ελλάδα κατά τα οριζόμενα στις παρ. 1 & 2 του άρθρου 2 του ΚΦΕ (ν. 2238/1994). Δηλαδή, σε βάρος αυτών που αποκτούν εισόδημα στην Ελλάδα, ανεξάρτητα από τον τόπο κατοικίας ή διαμονής τους και σε κάθε φυσικό πρόσωπο, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά του, που υπόκειται σε φόρο για τα εισοδήματα που προκύπτουν στην αλλοδαπή, εφόσον έχει την κατοικία του στην Ελλάδα, καθώς και στους έμμισθους δημόσιους υπαλλήλους που υπηρετούν στην αλλοδαπή. Κατά ρητή διατύπωση του νόμου η εισφορά επιβάλλεται και στο εισόδημα της σχολάζουσας κληρονομίας, καθώς και στο εισόδημα των προσώπων που φορολογούνται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 5 του Ζ’ ψηφίσματος του έτους 1975 (Πρόεδρος Δημοκρατίας, Βουλευτές, Δικαστικοί κλπ.).
Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι η εισφορά αυτή δεν επιβάλλεται σε βάρος νομικών προσώπων (ΑΕ, ΕΠΕ, προσωπικών εταιριών, κοινοπραξιών κλπ.), καθόσον και με βάση όσα αναφέρονται στη συνέχεια, η έκτακτη εισφορά επιβάλλεται στα εισοδήματα που αποκτούν τα φυσικά πρόσωπα από τη συμμετοχή τους στα κέρδη των εν λόγω εταιριών.
Περαιτέρω, επειδή με την παρ. 3, από την επιβολή της εισφοράς εξαιρούνται μόνο τα εισοδήματα της παρ. 1 του άρθρου 14 του ΚΦΕ (αποζημίωση απολυομένου κλπ., αποζημιώσεις που αναφέρονται ρητά σε αυτό) και της περίπτ. γ της παρ. 4 του άρθρου 45 του ΚΦΕ(εφάπαξ παροχή ταμείων πρόνοιας και ασφαλιστικών οργανισμών και εφάπαξ βοήθημα δημοσίων υπαλλήλων κλπ.) συνάγεται, ότι στην εισφορά υπόκεινται και όλα τα άλλα εισοδήματα που απαλλάσσονται του φόρου ή φορολογούνται, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.2238/1994 ή άλλου ειδικού νόμου, αυτοτελώς με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης, όπως άλλωστε προβλέπεται ρητά και από την παράγραφο 2.
Ενδεικτικά αναφέρονται εισοδήματα που υπόκεινται στην εφάπαξ εισφορά.
Τα κέρδη από πώληση μετοχών εισηγμένων ή μη στο ΧΑ ή σε αλλοδαπό χρηματιστήριο, τα μερίσματα από ημεδαπές ή αλλοδαπές εταιρίες, τα κέρδη που προκύπτουν από την εξαγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, εισόδημα από πράξεις repos,οι συντάξεις αλλοδαπής προέλευσης που φορολογούνται μόνο στην αλλοδαπή καθώς και τα εισοδήματα από μισθωτές υπηρεσίες που απαλλάσσονται από το φόρο εισοδήματος σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγρ. 5 του άρθρου 6 του ΚΦΕ. Επίσης, οι τόκοι καταθέσεων τραπεζών, τόκοι εντόκων γραμματίων του δημοσίου, τόκοι ομολόγων του δημοσίου, τόκοι από ομολογίες που εκδίδονται από εταιρίες ή επιχειρήσεις που εδρεύουν στην Ελλάδα, αμοιβές και μισθοί μελών ΔΣ ανώνυμης εταιρίας, ωφέλεια από πώληση εταιρικών μεριδίων κ.τ.λ.
Τα ποσά εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες που έχουν φορολογηθεί αυτοτελώς (π.χ. ποσά ΔΕΤΕ, ΔΕΧΕ, ΔΙΒΕΕΤ, ειδικά επιδόματα επικίνδυνης εργασίας κ.τ.λ.). Τα καθαρά κέρδη ατομικής επιχείρησης αποκλειστικά πλανόδιων λιανοπωλητών και αποκλειστικά λιανοπωλητών σε κινητές λαϊκές αγορές, αυτών που εκμεταλλεύονται ενοικιαζόμενα επιπλωμένα δωμάτια και κάμπινγκ, καθώς και των εκμεταλλευτών φορτηγών ΔΧ αυτοκινήτων, για τα οποία επιβάλλεται ο φόρος των παραγράφων 5β, 6, 7 και 8 του άρθρου 33 του ν.2238/1994. Οι καθαρές αμοιβές από τις πάνω από δύο (2) το μήνα υπηρεσίες ενεργού, μικτής και ετοιμότητας εφημερίας για γιατρούς ενταγμένους στο ΕΣΥ κ.λπ.. Τα χρηματικά ποσά που καταβλήθηκαν από ποδοσφαιρικές ανώνυμες εταιρίες ή αναγνωρισμένα αθλητικά σωματεία κατά την υπογραφή του συμβολαίου μετεγγραφής ή την ανανέωση του συμβολαίου συνεργασίας, εφόσον πρόκειται για ποδοσφαιριστή, καλαθοσφαιριστή, προπονητή ή άλλον αμειβόμενο αθλητή, καθώς και τα επιδόματα ανέργων των παρ. 2 και 3 του άρθρου 33 του ν. 1892/1990 που φορολογήθηκαν αυτοτελώς.
Επίσης, από την γενική διατύπωση των διατάξεων συνάγεται, ότι στην εφάπαξ εισφορά υπόκεινται και όλα γενικά τα πραγματικά εισοδήματα του φυσικού προσώπου ή της σχολάζουσας κληρονομίας, έστω και αν δεν είχαν υπαχθεί σε φόρο εισοδήματος στο όνομά τους. Επομένως, η εφάπαξ εισφορά επιβάλλεται και στους εταίρους ή μέλη εταιριών περιορισμένης ευθύνης, προσωπικών εταιριών, κοινοπραξιών και προσώπων που αναφέρονται στην παρ. 4 του άρθρου 2 για τα κέρδη που απέκτησαν από αυτά, καθώς και στους μετόχους ανωνύμων εταιριών (μερίσματα). Τα πιο πάνω εισοδήματα δηλώνονται στους ΚΑ 431 – 432 και 659 – 660. Είναι αυτονόητο ότι, προκειμένου για μετόχους ανωνύμων εταιριών ή εταίρων εταιριών περιορισμένης ευθύνης, τα μερίσματα ή τα κέρδη προέρχονται από τη χρήση 2008 του νομικού προσώπου, αφού χρόνος απόκτησής τους είναι ο χρόνος έγκρισης ισολογισμού από τη γενική συνέλευση των μετόχων ή εταίρων (2009).
Όλα τα πιο πάνω, κατ’ ειδικό τρόπο φορολογούμενα, απαλλασσόμενα της φορολογίας ή ελεύθερα φόρου εισοδήματα δηλώθηκαν στους ΚΑ 659- 660 στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικον. έτους 2010.
Επισημαίνεται ακόμη, ότι για την επιβολή της εισφοράς δεν πρέπει να λαμβάνονται μόνο τα ποσά που έχουν αναγραφεί στους πιο πάνω κωδικούς, αλλά και αυτά των κωδικών ΚΑ 433 – 434.
Με βάση τις ίδιες διατάξεις της παρ. 1 του ως άνω κοινοποιούμενου νόμου, η εισφορά επιβάλλεται στο συνολικό καθαρό εισόδημα του φυσικού προσώπου, πραγματικό ή τεκμαρτό, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο του οικον. έτους 2010, όταν αυτό είναι ( 100.000) ευρώ και άνω.
Επομένως, αν το οικογενειακό εισόδημα (φορολογουμένου και συζύγου) είναι πάνω από ( 100.000) ευρώ, αλλά κανένας από τους δύο συζύγους δεν καλύπτει το ποσό των ( 100.000) ευρώ , δεν επιβάλλεται εισφορά. Αν μόνο ο ένας από τους δύο συζύγους έχει εισόδημα ( 100.000) ευρώ , τότε μόνο σε αυτόν επιβάλλεται η εισφορά. Τέλος, αν και οι δύο έχουν εισόδημα (100.000) ευρώ ή πάνω από ( 100.000) ευρώ, τότε η εισφορά επιβάλλεται και στους δύο συζύγους.
Για την επιβολή της εισφοράς λαμβάνεται το καθαρό εισόδημα, από όλες τις κατηγορίες (ακίνητα, μισθωτές υπηρεσίες, εμπορικές επιχειρήσεις, κινητές αξίες, ελευθέρια επαγγέλματα, γεωργικές επιχειρήσεις), όπως αυτό προκύπτει από την εφαρμογή των διατάξεων του ΚΦΕ (π.χ. για το εισόδημα από ακίνητα, όπως προκύπτει μετά την αφαίρεση των ποσών που αναφέρονται στο άρθρο 23) και αν το
προκύπτον άθροισμα (συνολικό καθαρό ποσό) ανέρχεται σε (100.000) ευρώ και άνω, τότε επιβάλλεται η εισφορά. Σημειώνεται ότι η εισφορά επιβάλλεται σε ολόκληρο το ποσό του καθαρού εισοδήματος χωρίς καμιά άλλη μείωση (εκπτώσεις άρθρου 8 του ΚΦΕ).
Στην περίπτωση που το εισόδημα του φορολογουμένου ή της συζύγου ή του νομικού προσώπου στο οποίο συμμετέχουν έχει περαιωθεί βάσει των άρθρων 13-18 του ν. 3296/2004 (αυτοπεραίωση), για την επιβολή της εισφοράς λαμβάνεται υπόψη αυτό που προέκυψε από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Αν η υπόθεση περαιωθεί με την κανονική διαδικασία η εισφορά επιβάλλεται επί των αποτελεσμάτων που θα οριστικοποιηθούν με οποιοδήποτε τρόπο.
Ειδικές περιπτώσεις:
Διευκρινίζεται ότι για τους εκμεταλλευτές επιβατικών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης και επιβατικών λεωφορείων ενταγμένων στο ΚΤΕΛ, ως καθαρό εισόδημα λαμβάνεται αυτό που προσδιορίζεται σύμφωνα με την περίπτωση α’ της παρ. 5 του άρθρου 33 του ΚΦΕ. Για τους φορολογούμενους της περίπτωσης β’ της παρ. 5 και των παρ. 6, 7 και 8 του ίδιου άρθρου (εκμεταλλευτές φορτηγών αυτοκινήτων δημοσίας χρήσεως, ενοικιαζόμενων δωματίων και κάμπινγκ, αποκλειστικά πλανόδιων λιανοπωλητών και λιανοπωλητών σε κινητές λαϊκές αγορές με ίδια προϊόντα ή τρίτων), ως καθαρό εισόδημα λαμβάνεται αυτό που έχει οριστεί με την 2147/ΑΟΟ12/ΠΟΛ.1146/30.11.2009 διαταγή και το οποίο πρέπει να έχει δηλωθεί στους ΚΑ 659 - 660 της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος του οικον. έτους 2010.
Προκειμένου για εισόδημα από γεωργικές επιχειρήσεις, αντικείμενο της εφάπαξ εισφοράς είναι αυτό που προκύπτει με βάση την αντικειμενική μέθοδο. Όταν τηρούνται βιβλία Α’ ή Β’ κατηγορίας λαμβάνεται το μεγαλύτερο μεταξύ αυτού που προκύπτει με την αντικειμενική μέθοδο και του υπολογιζόμενου τεκμαρτά (ακαθάριστα έσοδα με το συντελεστή καθαρού κέρδους).
Επισημαίνεται:
Τα ποσά των επιδοτήσεων ή αποζημιώσεων επί της γεωργικής παραγωγής, στις περιπτώσεις προσδιορισμού του καθαρού γεωργικού εισοδήματος με την αντικειμενική μέθοδο, το αφορολόγητο ποσό των 1.500 ή 3.000 ευρώ των κατά κύριο επάγγελμα αγροτών, καθώς και τα προσαυξημένα για τους νέους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες ποσά που γράφονται στους κωδικούς αριθμούς 659-660,
προκειμένου για την κάλυψη της τεκμαρτής δαπάνης (τεκμηρίων), δεν λαμβάνονται υπόψη για την εξεύρεση του συνολικού καθαρού εισοδήματος επί του οποίου υπολογίζεται η έκτακτη εισφορά.
Επειδή κατά ρητή διατύπωση του νόμου, για την επιβολή της εισφοράς λαμβάνεται υπόψη και το τεκμαρτό εισόδημα, συνάγεται ότι, προσμετράται και η διαφορά (ΣΗΜ: άνω του 20%) μεταξύ του εισοδήματος που δηλώθηκε από το φορολογούμενο, τη σύζυγο και τα πρόσωπα που τους βαρύνουν ή προσδιορίστηκε από τον προϊστάμενο της ΔΟΥ και της συνολικής ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης των
άρθρων 16 και 17 του ΚΦΕ., εφόσον δεν έχει καλυφθεί με τους τρόπους που ορίζει ο νόμος (ανάλωση κεφαλαίου προηγούμενων ετών, πώληση περιουσιακών στοιχείων κλπ.).
2. ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΦΑΠΑΞ ΕΙΣΦΟΡΑΣ
Με τις διατάξεις της παρ. 1 του κοινοποιούμενου νόμου, η εισφορά επιβάλλεται στο συνολικό εισόδημα κάθε φορολογούμενου όταν αυτό είναι εκατό χιλιάδες (100.000 ) ευρώ και άνω και υπολογίζεται σε ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) επί του εισοδήματος αυτού.
Δηλαδή, αν για παράδειγμα, φορολογούμενος έχει κατά το οικονομικό έτος 2010 συνολικό ατομικό εισόδημα (100.000) ευρώ, οφείλεται εισφορά (1000) ευρώ ( 100.000 χ 1%). Αν έχει συνολικό εισόδημα (106.000), οφείλεται εισφορά 1060 ευρώ (106.000 χ 1%).
3. ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΤΗΣ ΕΙΣΦΟΡΑΣ,ΑΣΚΗΣΗ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ, κλπ.
Με τις διατάξεις της παρ.4 του άρθρου 5 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται, ότι για τον υπολογισμό, τη βεβαίωση ,τον υπόχρεο καταβολής της εισφοράς ,το χρόνο καταβολής της καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα ,για την έκτακτη εισφορά του άρθρου αυτού, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 18 του ν.3758/2009 (ΦΕΚ 58 Α΄).
Ειδικότερα:
Βεβαίωση της εισφοράς.
Κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της περίπτ. α΄ της παρ.3 του άρθρου 18 του ν.3758/2009,η βεβαίωση της οφειλόμενης εισφοράς του άρθρου 5 του κοινοποιούμενου νόμου γίνεται οίκοθεν από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας που είναι αρμόδιος για τη φορολογία εισοδήματος του οικον. έτους 2010 του φυσικού προσώπου ή της σχολάζουσας κληρονομιάς, με βάση τους τίτλους βεβαίωσης τους οποίους έχει στη διάθεσή του και οι οποίοι αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 74 του ΚΦΕ. Δηλαδή με βάση:
α) τις δηλώσεις (αρχικές, συμπληρωματικές ύστερα από την υπογραφή πρακτικού διοικητικής λύσης της διαφοράς), οι οποίες γενικά υποβάλλονται από τους πιο πάνω υπόχρεους,
β) τα φύλλα ελέγχου
γ) τις αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων.
Η εισφορά βεβαιώνεται στο όνομα του υπόχρεου για την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, με βάση την οποία υπολογίζεται η εισφορά φυσικών προσώπων ή σχολάζουσας κληρονομιάς κατά περίπτωση.
Αρμόδια ΔΟΥ.
Αρμόδια ΔΟΥ για τη βεβαίωση της εισφοράς είναι η ΔΟΥ εκκαθάρισης της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος του οικονομικού έτους 2010. Επομένως, αν για παράδειγμα η εκκαθάριση της δήλωσης του οικονομικού έτους 2010 έγινε στην ΔΟΥ Καλαμάτας και στη συνέχεια ο φορολογούμενος άλλαξε κατοικία ή επαγγελματική έδρα και υπάγεται στη ΔΟΥ Ξάνθης, η βεβαίωση της έκτακτης εισφοράς θα γίνει στη ΔΟΥ Καλαμάτας και το εκκαθαριστικό σημείωμα θα αποσταλεί στη νέα διεύθυνσή του, στην Ξάνθη.
Διαδικασία.
Κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της περίπτ. β΄ της παρ.3 του άρθρου 18 του ν.3758/2009, για την έκτακτη εισφορά του κοινοποιούμενου νόμου προβλέπεται η έκδοση εκκαθαριστικού σημειώματος. Το εκκαθαριστικό αυτό σημείωμα εκδίδεται από τη ΓΓΠΣ και αποστέλλεται στον υπόχρεο. Αντίγραφο του εκκαθαριστικού σημειώματος είναι δυνατόν να τυπωθεί στη ΔΟΥ.
Αν ο φορολογούμενος διαπιστώσει την ύπαρξη σφάλματος στον υπολογισμό της εισφοράς και το σφάλμα αυτό οφείλεται στην «υπηρεσία», μπορεί να υποβάλει αίτηση για τον επαναϋπολογισμό, χωρίς καμιά κύρωση. Στην περίπτωση αυτή η ΔΟΥ θα
προβαίνει στη διαγραφή του αρχικά βεβαιωθέντος ποσού, στη συνέχεια θα εκδίδει νέο εκκαθαριστικό σημείωμα με το νέο ποσό και η είσπραξη θα γίνεται μόνο από τη ΔΟΥ.
Επειδή είναι ενδεχόμενο ο φορολογούμενος ή η σύζυγος αυτού να μην είχε δηλώσει με τη δήλωση του οικονομικού έτους 2010 στους ΚΑ 659 - 660 ολόκληρο το ποσό των αφορολόγητων ή φορολογηθέντων κατά ειδικό τρόπο εισοδημάτων ή μέρος αυτών με αποτέλεσμα, είτε να μην εκδοθεί εκκαθαριστικό σημείωμα (ποσό εισοδήματος μέχρι 100.000 ευρώ), είτε να υπολογισθεί ποσό εισφοράς μικρότερο του οφειλομένου, με την παρούσα γίνεται δεκτό ότι ο υπόχρεος μπορεί να υποβάλει εντός 2 μηνών από την έκδοση του εκκαθαριστικού σημειώματος δήλωση με τα ακριβή ποσά των πιο πάνω εισοδημάτων. Στην περίπτωση αυτή, δε θα επιβάλλεται καμιά κύρωση, καθόσον δεν υπήρχε υποχρέωση για δήλωση των υπόψη εισοδημάτων, με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος. Λοιπές διευκρινίσεις.
Κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της περίπτ. γ΄ της παρ.3 του άρθρου 18 του ν.3758/2009, η προθεσμία άσκησης της προσφυγής ή υποβολής αίτησης για διοικητική επίλυση της διαφοράς, καθώς και η άσκηση της προσφυγής ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου, δεν αναστέλλει τη βεβαίωση και την είσπραξη της οφειλής που βεβαιώνεται κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 5του κοινοποιούμενου νόμου. Επομένως, σε περίπτωση άσκησης προσφυγής θα εισπράττεται ολόκληρο το ποσό που οφείλεται με βάση την παράγραφο 1.
Επίσης, ολόκληρο το ποσό της εφάπαξ εισφοράς θα βεβαιώνεται και όταν ασκείται προσφυγή κατά του εκκαθαριστικού σημειώματος, έστω και αν έχει ήδη ασκηθεί προσφυγή σε βάρος εκδοθέντος οικείου φύλλου ελέγχου φορολογίας εισοδήματος.
Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή δεν θα έχουν εφαρμογή τα οριζόμενα στην παρ. 6 του άρθρου 74 του ν. 2238/1994, περί βεβαιώσεως ποσοστού 25% του αμφισβητούμενου ποσού, καθόσον με την περίπτ. δ΄ της παρ. 3 του άρθρου 18 του ν. 3758/2009 ορίζεται, ότι και για την εφάπαξ εισφορά έχουν εφαρμογή οι διατάξεις, μεταξύ άλλων, και του άρθρου 74 του ΚΦΕ, αλλά με την επιφύλαξη όσων ορίζονται από τις κοινοποιούμενες διατάξεις.
O υπολογισμός της εισφοράς, καθώς και η σύνταξη των εκκαθαριστικών σημειωμάτων και των χρηματικών καταλόγων για τα φυσικά πρόσωπα και τις σχολάζουσες κληρονομιές θα διενεργηθεί από τη ΓΓΠΣ με βάση τα στοιχεία των αρχικών και συμπληρωματικών δηλώσεων οικον. έτους 2010.
Η Γ.Γ.Π.Σ. θα αποστείλει ταχυδρομικά στα υπόχρεα φυσικά πρόσωπα τα εκκαθαριστικά σημειώματα υπολογισμού της εφάπαξ εισφοράς, τα οποία επέχουν θέση και ατομικής ειδοποίησης, με ενσωματωμένα τα προεκτυπωμένα μηχανογραφικά αποδεικτικά είσπραξης για την πληρωμή της εισφοράς.
Επειδή οι διατάξεις της περίπτ. δ΄ της παρ. 3 του άρθρου 18 του ν. 3758/2009 παραπέμπουν στην εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 66, 67 και 74 του ΚΦΕ, συνάγεται, ότι κατά τον ενεργούμενο τακτικό έλεγχο θα πρέπει να ενεργείται και έλεγχος για τυχόν οφειλόμενο επιπλέον ποσό εισφοράς. Για το σκοπό αυτό, θα συντάσσεται ιδιαίτερη έκθεση και θα εκδίδεται χωριστό φύλλο ελέγχου που θα κοινοποιείται στον υπόχρεο για τα περαιτέρω. Λόγω της παραπομπής και στις διατάξεις του άρθρου 67 του ΚΦΕ, συνάγεται, ότι μπορεί να γίνεται και προσωρινός έλεγχος. Διευκρινίζεται ότι από την υπηρεσία θα τυπωθεί ιδιαίτερο έντυπο φύλλου ελέγχου. Μέχρι την εκτύπωσή του, η εισφορά μπορεί να επιβάλλεται, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της περίπτ. δ΄ της παρ 3 του άρθρου 18 του ίδιου νόμου, με το οικείο φύλλο ελέγχου φορολογίας εισοδήματος.
Τρόπος καταβολής.
Κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της περίπτ. α΄ της παρ. 4 του άρθρου 18 του ν.3758/2009, το ποσό της εισφοράς που βεβαιώνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινοποιούμενου νόμου , καταβάλλεται από τους υπόχρεους σε τρεις (3) ίσες διμηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του επόμενου από τη βεβαίωση μήνα και κάθε μία από τις επόμενες μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του τρίτου και του πέμπτου μήνα αντίστοιχα.
Επομένως, αν η εισφορά βεβαιωθεί μέσα στο μήνα Μάιο θα καταβληθεί σε τρεις ίσες διμηνιαίες δόσεις, εκ των οποίων η πρώτη μέχρι 30 Ιουνίου 2010, η δεύτερη μέχρι 31 Αυγούστου 2010 και η τρίτη μέχρι 29 Οκτωβρίου 2010.
Η πληρωμή της εισφοράς μπορεί να γίνει στις συμβεβλημένες τράπεζες (ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, PROBANK Α.Ε., ATTICA BANK, ASPIS BANK, , ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ, MARFIN EGNATIA, MILLENNIUM BANK, PROTON BANK, ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, ALPHA BANK, EUROBANK, ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ, CITIBANK, HSBC,FBB -ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.,ΑΧΑΪΚΗ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ,ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΗΠΕΙΡΟΥ, ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ, ΠΑΓΚΡΗΤΙΑ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΧΑΝΙΩΝ), ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ Α.Ε., ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ καθώς επίσης και σε οποιαδήποτε Δ.Ο.Υ.
Τελικές επισημάνσεις.
Το προκύπτον μετά τον έλεγχο επιπλέον ποσό εισφοράς θα βεβαιώνεται και θα καταβάλλεται σε τρεις ίσες διμηνιαίες δόσεις, καθόσον μπορεί με τις διατάξεις της περίπτ. δ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 18 του ν. 3758/2009 να γίνεται παραπομπή στο άρθρο 74 του ΚΦΕ, αλλά οι διατάξεις της παρ. 4 ως ειδικότερες κατισχύουν.
Κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της περίπτ. β΄ της παρ. 4 του άρθρου 18 του ν.3758/2009, υπόχρεος για την καταβολή της εισφοράς του κοινοποιούμενου νόμου είναι το φυσικό πρόσωπο στο όνομα του οποίου βεβαιώθηκε το ποσό αυτής.
Όταν, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του Κ.Φ.Ε., οι σύζυγοι υποβάλλουν κοινή δήλωση για τα εισοδήματά τους, η σύζυγος ευθύνεται για την καταβολή του ποσού της εισφοράς που προκύπτει με βάση το συνολικό εισόδημά της.
Οι υπόχρεοι που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ και β΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 61 του Κ.Φ.Ε. (κηδεμόνας, επίτροπος κ.τ.λ.) ευθύνονται εις ολόκληρον με εκείνους που βαρύνονται με την εισφορά, για την καταβολή της έχουν όμως δικαίωμα αναγωγής.
Σε περίπτωση θανάτου του υπόχρεου, οι κληρονόμοι του ευθύνονται για την καταβολή του ποσού της εισφοράς, ανάλογα με το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας.
Ακριβές αντίγραφο
Προϊσταμένη της Γραμματείας
Μάϊος 31st, 2010
Posted by
elogistiki |
Γενικά, Φορολογικά |
no comments
Διευκρινήσεις και ερμηνευτική εγκύκλιος για το Νόμο 3843/2010 περί διατήρησης αυθαίρετων χώρων και τροποποίησης του Γ.Ο.Κ.
Υπεγράφη σήμερα η ερμηνευτική και διευκρινιστική εγκύκλιος για την εφαρμογή του Νόμου 3843/2010 «Ταυτότητα κτιρίων, υπερβάσεις δόμησης και αλλαγές χρήσης, μητροπολιτικές αναπλάσεις και άλλες διατάξεις», του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής.
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ Διευκρινήσεις και ερμηνευτική εγκύκλιος για το Νόμο 3843/2010 περί διατήρησης αυθαίρετων χώρων και τροποποίησης του Γ.Ο.Κ.
Αθήνα, 3 Μαΐου 2010
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
ΘΕΜΑ: «Διευκρινήσεις και ερμηνευτική εγκύκλιος για το Νόμο 3843/2010 περί διατήρησης αυθαίρετων χώρων και τροποποίησης του Γ.Ο.Κ.»
Υπεγράφη σήμερα η ερμηνευτική και διευκρινιστική εγκύκλιος για την εφαρμογή του Νόμου 3843/2010 «Ταυτότητα κτιρίων, υπερβάσεις δόμησης και αλλαγές χρήσης, μητροπολιτικές αναπλάσεις και άλλες διατάξεις», του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής.
Μαζί με την Εγκύκλιο, για την εξειδίκευση και κατανόησή της, αποστέλλονται στις πολεοδομικές υπηρεσίες της χώρας και όλα τα απαιτούμενα συνοδευτικά έντυπα και πιο συγκεκριμένα :
1. Η περιγραφή της διαδικασίας. Περιγράφεται αναλυτικά βήμα προς βήμα η διαδικασία η οποία ακολουθείται.
2. Η αίτηση και το φύλλο καταγραφής ελλείψεων. Είναι το βασικό έγγραφο που κατατίθεται στις πολεοδομίες, στο οποίο αποτυπώνεται η εξέλιξη της όλης διαδικασίας.
3. Η υπεύθυνη δήλωση (άρθρο 8 του ν. 1599/86) του ιδιοκτήτη που περιγράφει το ακίνητο καθώς και τους δηλούμενους χώρους εφαρμογής του Νόμου.
4. Η τεχνική έκθεση του Μηχανικού στην οποία περιγράφονται οι χώροι που διατηρούνται.
5. Το Φύλλο Ειδικού Βιβλίου Καταχώρησης που συμπληρώνεται από τις Πολεοδομίες και περιγράφει συνολικά την εκάστοτε αίτηση.
6. Υπόδειγμα για τη δημιουργία του Βιβλίου Ηλεκτρονικής Καταχώρησης των αιτήσεων ανά Πολεοδομικό γραφείο. Τα συγκεντρωτικά στοιχεία που καταχωρούνται στα βιβλία αυτά αποστέλλονται στο ΥΠΕΚΑ, κατ’ εφαρμογή του Ν. 3843/2010.
7. Το έντυπο Υπολογισμού Εισφοράς. Συμπληρώνεται από την Πολεοδομία και αναλύει την μέθοδο υπολογισμού του ειδικού προστίμου ανάλογα με την περίπτωση.
Για διευκόλυνση των αρμόδιων υπηρεσιών, των πολιτών και των μηχανικών, αποστέλλεται έντυπο Φύλλου Υπολογισμού Εισφοράς συμπληρωμένο με παράδειγμα.
Ο Νόμος δημοσιεύτηκε στις 28 Απριλίου 2010, στο ΦΕΚ Αρ. Φύλλου 62, Τεύχος Α, και έχει αναρτηθεί στην ιστοσελίδα του ΥΠΕΚΑ, στην ηλεκτρονική διεύθυνση www.ypeka.gr. Στην ίδια ιστοσελίδα βρίσκονται αναρτημένα και η Εγκύκλιος, καθώς και τα συνοδευτικά έντυπα.
Για κάθε πληροφορία και για την διεκπεραίωση της διαδικασίας, αρμόδιες είναι οι τοπικές πολεοδομικές υπηρεσίες, στις οποίες θα πρέπει να απευθύνονται οι πολίτες.
Επιπλέον, για την εξυπηρέτηση των πολιτών, το ΚΕΠ του ΥΠΕΚΑ (Αμαλιάδος 17, ισόγειο), για 40 ημέρες από σήμερα, θα λειτουργεί υποστηρικτικά για την παροχή πληροφοριών και διευκρινήσεων προς στους ενδιαφερόμενους. Λειτουργούν επίσης οι γραμμές τηλεφωνικών πληροφοριών: 2106451698 και 2106453961.
Μάϊος 5th, 2010
Posted by
elogistiki |
Γενικά |
no comments
Επιβάλλεται έκτακτη, εφάπαξ εισφορά κοινωνικής ευθύνης, στο συνολικό καθαρό εισόδημα, οικονομικού έτους 2010, των νομικών προσώπων του άρθρου 2 παρ.4 και 101 παρ. 1 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994, ΑΊ51).
Σύμφωνα με το σχέδιο νόμου που κατατέθηκε στην βουλή :
Άρθρο Πέμπτο Έκτακτη εισφορά στα κέρδη των νομικών προσώπων και ειδικός φόρος τηλεοπτικών διαφημίσεων
Επιβάλλεται έκτακτη, εφάπαξ εισφορά κοινωνικής ευθύνης, στο συνολικό καθαρό εισόδημα, οικονομικού έτους 2010, των νομικών προσώπων του άρθρου 2 παρ.4 και 101 παρ. 1 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994, ΑΊ51).
Η έκτακτη εισφορά επιβάλλεται στο καθαρό εισόδημα, όπως αυτό προσδιορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 31 παρ. 19 και 105 παρ. 7 του ίδιου Κώδικα, εφόσον το εισόδημα αυτό υπερβαίνει τα εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ.
Η εισφορά επιβάλλεται στο σύνολο του καθαρού εισοδήματος.
Αν το καθαρό εισόδημα είναι ίσο ή μικρότερο των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, δεν επιβάλλεται εισφορά.
Για τις επιχειρήσεις που δημοσίευσαν οικονομικές καταστάσεις σύμφωνα με τους κανόνες των Διεθνών λογιστικών Προτύπων και των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (Δ.Λ.Π.), η έκτακτη εισφορά επιβάλλεται στα καθαρά κέρδη που προκύπτουν από την εφαρμογή τους, εφόσον αυτά είναι μεγαλύτερα από το συνολικό καθαρό εισόδημα, όπως αυτό προσδιορίζεται στα προηγούμενα εδάφια και υπερβαίνουν τα εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ.
Η έκτακτη εισφορά, που επιβάλλεται στο συνολικό καθαρό εισόδημα ή στα καθαρά κέρδη της προηγούμενης παραγράφου, υπολογίζεται ανά κλιμάκιο ως εξής:
α) Για συνολικό καθαρό εισόδημα ή καθαρά κέρδη από ένα (1) ευρώ έως και τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ, η έκτακτη εισφορά ισούται με το γινόμενο τους επί συντελεστήτέσσερα τοις εκατό (4%).
β) Για τη διαφορά του συνολικού καθαρού εισοδήματος ή των καθαρών κερδών από τριακόσιες χιλιάδες ένα (300.001) ευρώ έως και ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ, η έκτακτη εισφορά υπολογίζεται με συντελεστή έξι τοις εκατό (6%) και
γ) Για τη διαφορά του συνολικού καθαρού εισοδήματος ή των καθαρών κερδών από ένα εκατομμύριο ένα (1.000.001) ευρώ έως και πέντε εκατομμύρια ευρώ (5.000.000), η έκτακτη εισφορά υπολογίζεται με συντελεστή οκτώ τοις εκατό (8%).
δ) Για τη διαφορά του συνολικού καθαρού εισοδήματος ή των καθαρών κερδών από πέντε εκατομμύρια ένα (5.000.001) ευρώ και άνω, η έκτακτη εισφορά υπολογίζεται με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%).
Το ποσό της έκτακτης εισφοράς περιορίζεται αναλόγως, σε κάθε περίπτωση, ώστε το εναπομένον συνολικό καθαρό εισόδημα ή τα καθαρά κέρδη, που απετέλεσαν τη βάση προσδιορισμού της, να μην υπολείπεται του ποσού των εκατό χιλιάδων ευρώ.
Σε περίπτωση υπερδωδεκάμηνης διαχειριστικής περιόδου, ως συνολικό καθαρό εισόδημα ή καθαρά κέρδη για την εφαρμογή του άρθρου αυτού, λαμβάνεται το ποσό που προκύπτει αναλογικά για τους δώδεκα (12) μήνες. Το συνολικό καθαρό εισόδημα ή τα καθαρά κέρδη της παραγράφου 1, επί των οποίων επιβάλλεται η έκτακτη εισφορά, δεν μπορεί να υπερβαίνουν το διπλάσιο του μέσου όρου των συνολικών καθαρών εισοδημάτων ή των καθαρών κερδών των δύο προηγούμενων οικονομικών ετών, 2008 και 2009. Αν για κάποιο από τα έτη αυτά δεν δημοσιεύθηκαν οικονομικές καταστάσεις σύμφωνα με τους κανόνες των Δ.Λ.Π., λαμβάνονται υπόψη για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, μόνο τα καθαρά κέρδη του οικονομικού έτους που δημοσιεύθηκαν.
Για τον υπολογισμό της έκτακτης εισφοράς εκδίδεται εκκαθαριστικό σημείωμα, αντίγραφο του οποίου αποστέλλεται στην επιχείρηση. Η έκτακτη εισφορά βεβαιώνεται οίκοθεν από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας που είναι αρμόδιος για τη φορολογία της επιχείρησης κατά την οριζόμενη διαδικασία στον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος. Σε περίπτωση μετατροπής ή συγχώνευσης της επιχείρησης, η έκτακτη εισφορά βεβαιώνεται σε βάρος της νέας επιχείρησης που προήλθε από τη μετατροπή ή τη συγχώνευση.
Αν από φορολογικό έλεγχο προκύψει διαφορά του καθαρού εισοδήματος ή των καθαρών κερδών, δεν επιβάλλεται επιπλέον έκτακτη εισφορά, ούτε επιστρέφεται εισφορά που τυχόν καταβλήθηκε.
Η προθεσμία άσκησης προσφυγής ή υποβολής αίτησης για διοικητική επίλυση της διαφοράς, καθώς και η άσκηση της προσφυγής ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου, δεν αναστέλλει τη βεβαίωση και την είσπραξη της εισφοράς.
Οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, καθώς και του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α’ 97), όπως ισχύουν, εφαρμόζονται αναλόγως και για την έκτακτη εισφορά του άρθρου αυτού, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις διατάξεις του άρθρου αυτού.
8. Η έκτακτη εισφορά που βεβαιώνεται, καταβάλλεται σε δώδεκα (12) ίσες μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του Ιανουαρίου 2011 και η καθεμία από τις επόμενες, μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του κάθε μήνα, αντίστοιχα.
Το ποσό της κάθε δόσης δεν μπορεί να είναι μικρότερο των χιλίων (1.000) ευρώ.
Αν η καταβολή του συνόλου της έκτακτης εισφοράς γίνει μέσα στην προθεσμία της πρώτης δόσης, χορηγείται έκπτωση δύο τοις εκατό (2%), με εξαίρεση την περίπτωση που το σύνολο της έκτακτης εισφοράς πρέπει να καταβληθεί σε μία μόνο δόση.
9. Η έκτακτη εισφορά που καταβάλλεται, δεν εκπίπτει ως δαπάνη κατά τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος.
10. Η έκτακτη εισφορά επιστρέφεται κατά το μέρος που αποδεδειγμένα το εισόδημα ή τα κέρδη επί των οποίων επιβλήθηκε, απετέλεσε και εισόδημα ή κέρδη άλλης επιχείρησης, για τα οποία καταβλήθηκε έκτακτη εισφορά σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού.
11. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζεται η διαδικασία καταβολής της έκτακτης εισφοράς, οι ειδικότερες προϋποθέσεις και η διαδικασία επιστροφής της εισφοράς για την περίπτωση της προηγούμενης παραγράφου και κάθε άλλο σχετικό θέμα.
12. Επιβάλλεται ειδικός φόρος στις διαφημίσεις που προβάλλονται από την τηλεόραση. Ο συντελεστής του φόρου ορίζεται σε ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) επί της αξίας της διαφήμισης που υπολογίζουν τα τηλεοπτικά μέσα ενημέρωσης, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις . Ο φόρος βαρύνει άμεσα τη διαφημιζόμενη επιχείρηση ή το διαφημιστή που μεσολαβεί και το τιμολόγιο εκδίδεται στο όνομα του. Εφόσον το τιμολόγιο εκδίδεται στο όνομα του διαφημιστή που μεσολαβεί, αντίγραφο του τιμολογίου με τη σφραγίδα και την υπογραφή του εκδότη αποστέλλεται στο διαφημιζόμενο μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από την έκδοση του τιμολογίου. Στα πιστωτικά τιμολόγια που εκδίδουν τα τηλεοπτικά μέσα ενημέρωσης πρέπει να αναγράφονται και οι αριθμοί των σχετικών τιμολογίων.
Τον ειδικό φόρο εισπράττουν τα τηλεοπτικά μέσα ενημέρωσης και αποδίδουν στο Δημόσιο με μηνιαίες δηλώσεις που υποβάλλουν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. φορολογίας εισοδήματος αυτών, μέχρι την εικοστή (20η) ημέρα κάθε μήνα, για τα έσοδα από τις τηλεοπτικές διαφημίσεις του προηγούμενου μήνα.
Τα θέματα που αφορούν τη βεβαίωση, τον έλεγχο, την παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου και την έκδοση καταλογιστικών πράξεων διέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά στη φορολογία εισοδήματος. Οι διατάξεις του ν. 2523/1997 (ΦΕΚ 179A’) εφαρμόζονται αναλόγως και στη φορολογία αυτή.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης απόδοσης του φόρου της παραγράφου αυτής και κάθε άλλη λεπτομέρεια ή διαδικασία εφαρμογής των διατάξεων της.
Μάϊος 5th, 2010
Posted by
elogistiki |
Γενικά, Φορολογικά |
no comments
Με το Ν.Δ. 3755/57 & το Ν.Δ. 147/73 ορίζει ότι μισθωτοί απασχολούμενοι κατά τας Κυριακάς και τις αναφερόμενες κατωτέρω αργίες - εορτές δικαιούνται με τις αποφάσεις του Υπουργείου Οικονομικών & Εργασίας (8900/46, 2585/51), προσαύξηση 75% όπως, αυταί ισχύουν σήμερα. Η δε απασχόληση των μισθωτών απόκειται αποκλειστικώς εις την διακριτική εξουσία του εργοδότου :
1) Η 25η ΜΑΡΤΙΟΥ
2) Την Δευτέρα του ΠΑΣΧΑ
3) Την 1η ΜΑΪΟΥ
4) ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΤΟΚΟΥ, 15 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
5) 28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ
6) ΓΕΝΝΗΣΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ 25η ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ (ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ)
Σημείωση: Ειδικώς για την 1η Μαϊου εχορηγήθη με τον Α.Ν. 380/68 εις τον Υπουργόν Εργασίας το δικαίωμα να καθορίζει εκάστοτε δι’ αποφάσεών του την 1ην Μαϊου ως ημέρα υποχρεωτικής αργίας, πράγμα που κατά κανόνα συμβαίνει.
Εις του επί ημερομισθίω αμειβομένους μιθσωτούς, τους μη απασχοληθέντας εκ λόγων μη οφειλομένων εις τούτους κατά τας εν παραγρ. 2 ημέρας, καταβάλλεται δι’ εκάστην τούτων ποσόν ίσον προς το ημερομίσθιό των, άνευ ετέρας προσαυξήσεως.
25η Μαρτίου
Σύμφωνα με τα παραπάνω, η 25η Μαρτίου ανήκει στις υποχρεωτικές εξαιρετέες εορτές. Συνεπώς, κατά την ημέρα αυτή, απαγορεύεται η απασχόληση των μισθωτών και η λειτουργία των επιχειρήσεων, εκτός εκείνων που λειτουργούν νομίμως κατά τις Κυριακές. Ούτως ώστε:
α) Οι μισθωτοί που αμοίβονται με ημερομίσθιο και δεν θα απασχοληθούν κατά την 25η Μαρτίου, για λόγους που δεν οφείλονται στους ίδιους, θα λάβουν το συνήθως καταβαλλόμενο ημερομίσθιό τους, χωρίς καμία προσαύξηση.
β) Οι μισθωτοί που θα απασχοληθούν κατά την ημέρα αυτή, δικαιούνται να λάβουν, αν μεν αμείβονται με ημερομίσθιο, το συνήθως καταβαλλόμενο ημερομίσθιό τους κατά προσαύξηση 75%, που θα υπολογισθεί στο νόμιμο ημερομίσθιό τους, όταν αμείβονται με μηνιαίο μισθό, και πρόκειται για μισθωτούς επιχειρήσεων που λειτουργούν νομίμως κατά κατά τις Κυριακές, παίρνουν προσαύξηση 75% που θα υπολογισθεί στο 1/25 του νομίμου μισθού τους, και όχι άλλη αμοιβή, διότι η αμοιβή τους για την απασχόληση κατά την αργία θεωρείται ότι περιλαμβάνεται στον μηνιαίο μισθό τους και αν πρόκειται για επιχειρήσεις που αργούν κατά τις Κυριακές και ημέρες αργίας, οι αμοιβόμενοι με μηνιαίο μισθό θα λάβουν εκτός από την προσαύξηση 75% επί του νομίμου μισθού τους και το 1/25 του συνήθως καταβαλλόμενου μισθού τους.
Τα παραπάνω ισχύουν όταν η 25η Μαρτίου εμπίπτει σε εργάσιμη ημέρα, δηλαδή για μεν τους μισθωτούς με 6ήμερη εβδομαδιαίως απασχόληση, σε οποιαδήποτε (εργάσιμη) ημέρα της εβδομάδος, για δε τους μισθωτούς με 5νθήμερη απασχόληση, σε ημέρα της εβδομάδος που δεν είναι για αυτούς ημέρα αναπαύσεως (λόγω 5νθημέρου).
ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΡΓΙΑ
Οι εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας είναι 6 σύμφωνα με το νόμο, όπου δεν έχει εφαρμοσθεί ήδη το πενθήμερο. Η 7η ημέρα, κατά κανόνα η Κυριακή, είναι υποχρεωτική ημέρα εβδομαδιαίας ανάπαυσης. Η εβδομαδιαία ανάπαυση αποτελεί δικαίωμα του μισθωτού και υποχρέωση του εργοδότη.
ΗΜΕΡΕΣ ΑΝΑΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗΣ ΑΡΓΙΑΣ
Σε ορισμένες επιχειρήσεις, που ορίζονται από το νόμο, επιτρέπεται η εργασία κατά την Κυριακή. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να δοθεί αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης στον εργαζόμενο μέσα στην επόμενη εβδομάδα. Προϋπόθεση για να χορηγηθεί ολόκληρη ημέρα αναπληρωματικής αργίας είναι να εργασθεί κατά την Κυριακή άνω των 5 ωρών. Σε περίπτωση που απασχοληθεί λιγότερο από 5 ώρες χορηγούνται αντίστοιχες ώρες ανάπαυσης.
ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΑΜΟΙΒΗ ΚΥΡΙΑΚΗΣ / ΑΡΓΙΑΣ;
Το προσωπικό που θα απασχοληθεί νόμιμα κατά την Κυριακή, αμείβεται με το νόμιμο ημερομίσθιο ή το 1/25 του μισθού προσαυξημένο με 75%. Ευνοϊκότερες ρυθμίσεις υπερισχύουν.
ΠΟΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΗΜΕΡΕΣ ΑΡΓΙΑΣ ΚΑΤ’ ΕΘΙΜΟΝ
Τα δημόσια καταστήματα, οι Τράπεζες και αρκετές επιχειρήσεις έχουν και τις εξής ημέρες αργίας, οι οποίες έχουν καθιερωθεί κατ’ έθιμον:
Πρωτοχρονιά
Θεοφάνια (6 Ιανουαρίου)
Καθαρή Δευτέρα
Μεγάλη Παρασκευή
Δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων
Πεντηκοστή
Τοπικές εορτές
Οι Τράπεζες και οι ΔΕΚΟ έχουν αυτές τις αργίες υποχρεωτικές, βάσει του κανονισμού τους.
ΠΩΣ ΑΜΕΙΒΟΝΤΑΙ ΟΙ ΚΑΤ’ ΕΘΙΜΟΝ ΑΡΓΙΕΣ
Σε περίπτωση που δεν θα λειτουργήσει η επιχείρηση, δεν οφείλει τίποτε στο προσωπικό που δεν εργάζεται, ανεξάρτητα αν αμείβεται με μισθό ή ημερομίσθιο εκτός αν υπάρχει αντίθετη συμφωνία.
Σε περίπτωση λειτουργίας, για τις περισσότερες από αυτές τις ημέρες, αυτοί που εργάζονται, συνηθίζεται να αμείβονται με τον ίδιο τρόπο των υπολοίπων αργιών (προσαύξηση 75%). Η καταστρατήγηση αυτής της εθιμικής-επιχειρησιακής συνήθειας δεν επιτρέπεται.
ΕΥΝΟΪΚΟΤΕΡΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ
Για τα ζητήματα που αφορούν τα ωράρια, την αμοιβή υπερεργασίας-υπερωρίας, Κυριακής και αργιών, έχουν θεσπιστεί σε ευρεία κλίμακα (ΔΕΚΟ, Τράπεζες, διάφορες επιχειρήσεις) ευνοϊκότερες ρυθμίσεις, οι οποίες υπερισχύουν από τις παραπάνω διατάξεις.
Απρίλιος 24th, 2010
Posted by
elogistiki |
Αργίες |
no comments
|
Τέλη δημοσίευσης σε Φ.Ε.Κ. |
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
ΑΝΩΝΥΜΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ |
1 |
2 |
3 |
4 |
5 |
6 |
7 |
8 |
Σύνολο |
|
Σύσταση Εταιρείας |
470 |
14,1 |
2,82 |
23,5 |
0,47 |
0,09 |
32,9 |
0,66 |
0,13 |
544,67 |
|
Κωδικοποίηση Καταστατικού (σε περίληψη) |
470 |
14,1 |
2,82 |
23,5 |
0,47 |
0,09 |
32,9 |
0,66 |
0,13 |
544,67 |
|
Ισολογισμός κάθε χρήσης, πίνακας επενδύσεων |
470 |
14,1 |
2,82 |
23,5 |
0,47 |
0,09 |
32,9 |
0,66 |
0,13 |
544,67 |
|
Συνοπτική μηνιαία κατάσταση Τραπεζών |
470 |
14,1 |
2,82 |
23,5 |
0,47 |
0,09 |
32,9 |
0,66 |
0,13 |
544,67 |
|
Άδεια επέκτασης εργασιών Ασφαλιστικής Εταιρείας |
470 |
14,1 |
2,82 |
23,5 |
0,47 |
0,09 |
32,9 |
0,66 |
0,13 |
544,67 |
|
Ανακοίνωση για : |
|
Τροποποίηση Καταστατικού |
250 |
7,5 |
1,5 |
12,5 |
0,25 |
0,05 |
17,5 |
0,35 |
0,07 |
289,72 |
|
Εκλογή Μελών και συγκρότηση Δ.Σ. |
250 |
7,5 |
1,5 |
12,5 |
0,25 |
0,05 |
17,5 |
0,35 |
0,07 |
289,72 |
|
Ορισμό ελεγκτών, οικοιν. κατ/σεις, έκθεση Δ.Σ. & ελεγκτών |
250 |
7,5 |
1,5 |
12,5 |
0,25 |
0,05 |
17,5 |
0,35 |
0,07 |
289,72 |
|
Αύξηση ή μείωση Μετοχικού Κεφαλαίου |
250 |
7,5 |
1,5 |
12,5 |
0,25 |
0,05 |
17,5 |
0,35 |
0,07 |
289,72 |
|
Πιστοποίηση καταβολής Μετοχικού Κεφαλαίου |
250 |
7,5 |
1,5 |
12,5 |
0,25 |
0,05 |
17,5 |
0,35 |
0,07 |
289,72 |
|
Λύση εταιρικού και ορισμό εκκαθαριστών |
250 |
7,5 |
1,5 |
12,5 |
0,25 |
0,05 |
17,5 |
0,35 |
0,07 |
289,72 |
|
Πρόσκληση σε Γενική Συνέλευση |
250 |
7,5 |
1,5 |
12,5 |
0,25 |
0,05 |
17,5 |
0,35 |
0,07 |
289,72 |
|
Διόρθωση σφάλματος (που ευθύνεται η Εταιρεία) |
250 |
7,5 |
1,5 |
12,5 |
0,25 |
0,05 |
17,5 |
0,35 |
0,07 |
289,72 |
|
ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ, ΣΥΝ.Π.Ε,ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΟΜΙΛΩΝ ΟΙΚΟΝ.ΣΚΟΠΟΥ, |
|
ΑΛΛΗΛΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΙ ΣΥΝ/ΣΜΟΙ & ΤΑΜΕΙΑ, ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΑ ΤΑΜΕΙΑ |
|
Σύσταση Εταιρείας |
250 |
7,5 |
1,5 |
12,5 |
0,25 |
0,05 |
|
|
|
271,8 |
|
Ισολογισμός κάθε χρήσης |
250 |
7,5 |
1,5 |
12,5 |
0,25 |
0,05 |
|
|
|
271,8 |
|
Έκθεση εκτίμησης περιουσιακών στοιχείων & απόφαση έγκρισης |
250 |
7,5 |
1,5 |
12,5 |
0,25 |
0,05 |
|
|
|
271,8 |
|
Τροποποίηση Καταστατικού (για κάθε συμβολαιογραφική πράξη), ανακοίνωση με συμβολαιογραφική πράξη, με απόφαση Γ.Σ., πρόσκληση Γ.Σ., διάλυση, διόρθωση σφάλματος, κωδικοποίηση, τροποποίηση και κωδικοποίηση με μία συμβολαιογραφική πράξη |
130 |
3,9 |
0,78 |
6,5 |
0,13 |
0,03 |
|
|
|
141,34 |
|
ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ |
|
Περίλ. Δικαστικής Πράξης για την απώλεια τίτλων |
90 |
2,7 |
0,54 |
4,5 |
0,09 |
0,02 |
6,3 |
0,13 |
0,03 |
104,31 |
|
Περίλ.δικαστ πράξης για την παρακατάθεση αποξημίωσης |
75 |
2,25 |
0,45 |
3,75 |
0,08 |
0,02 |
5,25 |
0,11 |
0,02 |
86,93 |
|
Διόρθωση σφάλματος (για το οποίο ευθύνεται ο καταθέτης της πράξης) |
30 |
0,9 |
0,18 |
1,5 |
0,03 |
0,01 |
2,1 |
0,04 |
0,01 |
34,77 |
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
| 1 |
KAE 1229 ΧΑΡΤΟΣΗΜΟ ΕΠΙ ΤΕΛΩΝ |
3,00% |
|
|
|
|
|
|
|
|
|
| 2 |
ΚΑΕ 1228 ΟΓΑ ΧΑΡΤΟΣΗΜΟΥ |
20,00% |
|
|
|
|
|
|
|
|
|
| 3 |
ΚΑΕ 3512 ΤΑΠΕΤ 5% ΕΠΙ ΤΕΛΩΝ |
5,00% |
|
|
|
|
|
|
|
|
|
| 4 |
ΚΑΕ 1229 ΧΑΡΤΟΣΗΜΟ ΤΑΠΕΤ |
2,00% |
|
|
|
|
|
|
|
|
|
| 5 |
ΚΑΕ 1228 ΟΓΑ ΧΑΡΤΟΣΗΜΟΥ |
20,00% |
|
|
|
|
|
|
|
|
|
| 6 |
ΚΑΕ 3531 ΕΙΣΦΟΡΑ ΕΠΙ ΤΕΛΩΝ ΥΠΕΡ ΥΠΑΛΛΗΛ. ΥΠ. ΕΜΠΟΡΙΟΥ 7% |
7,00% |
|
|
|
|
|
|
|
|
|
| 7 |
ΚΑΕ 1229 ΧΑΡΤΟΣΗΜΟ ΕΙΣΦΟΡΑΣ |
2,00% |
|
|
|
|
|
|
|
|
|
| 8 |
ΚΑΕ 1228 ΟΓΑ ΧΑΡΤΟΣΗΜΟΥ |
20,00% |
|
|
|
|
|
|
|
|
|
Απρίλιος 24th, 2010
Posted by
elogistiki |
ΦΕΚ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ |
no comments
ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ
ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ
Άρθρο 1
Εκπτώσεις από το εισόδημα
1. Οι περιπτώσεις αʼ, γʼ, δʼ, εʼ, ζʼ, ηʼ και ιʼ της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του Κ.Φ.Ε. που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2238/1994 καταργούνται και οι περιπτώσεις βʼ, στʼ και θʼ αναριθμούνται σε αʼ, βʼ και γʼ, αντίστοιχα.
2. Η παράγραφος 3 του άρθρου 8 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Για τη σύζυγο που έχει εισόδημα, οι δαπάνες των παραγράφων 1 και 2 που αφορούν στην ίδια, καθώς και οι δαπάνες της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 1 και της παραγράφου 2, που αφορούν στα τέκνα της από προηγούμενο γάμο, στα χωρίς γάμο τέκνα της, στους γονείς της και στους ανήλικους ορφανούς από πατέρα και μητέρα συγγενείς της μέχρι το δεύτερο βαθμό, αφαιρούνται από το δικό της εισόδημα.»
3. Η παράγραφος 5 του άρθρου 8 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται ως εξής:
«5. Όταν ο ένας από τους συζύγους δεν έχει εισόδημα φορολογούμενο ή αυτό που έχει είναι κατώτερο από τα ποσά των δαπανών της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 1 και της παραγράφου 2 που αφορούν αυτόν προσωπικά και τα πρόσωπα που τον βαρύνουν, ολόκληρο το ποσό των δαπανών ή η διαφορά προστίθεται στις δαπάνες του άλλου συζύγου. Όταν το σύνολο των δαπανών του ενός συζύγου είναι ανώτερο από το φορολογούμενο εισόδημά του, τότε η διαφορά που προκύπτει και μέχρι το άθροισμα των δαπανών της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 1 και της παραγράφου 2 προστίθεται στις δαπάνες του άλλου συζύγου.»
4. Στην παράγραφο 7 του άρθρου 8 του Κ.Φ.Ε. μετά το πρώτο εδάφιο προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Από τη διάταξη αυτή εξαιρούνται ο κάτοικοι των κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αποκτούν εισόδημα στην Ελλάδα πλέον του ενενήντα τοις εκατό (90%) του συνολικού εισοδήματός τους.»
Άρθρο 2
Κλίμακα φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων και δαπάνες απόκτησης αγαθών και λήψης υπηρεσιών – Μειώσεις φόρου
1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 9 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται ως εξής: Το εισόδημα που απομένει μετά την αφαίρεση των δαπανών από το συνολικό εισόδημα του φορολογούμενου υποβάλλεται σε φόρο με βάση την ακόλουθη κλίμακα:
|
Κλιμάκιο
Εισοδήματος
(ευρώ)
|
Φορολογικός Συντελεστής
(%)
|
Φόρος Κλιμακίου (ευρώ)
|
Σύνολο Εισοδήματος (ευρώ)
|
Σύνολο Φόρου (ευρώ)
|
|
12.000
|
0
|
0
|
12.000>
|
0
|
|
4.000
|
18
|
720
|
16.000
|
720
|
|
6.000
|
24
|
1.440
|
22.000
|
2.160
|
|
4.000
|
26
|
1.040
|
26.000
|
3.200
|
|
6.000
|
32
|
1.920
|
32.000
|
5.120
|
|
8.000
|
36
|
2.880
|
40.000
|
8.000
|
|
20.000
|
38
|
7.600
|
60.000
|
15.600
|
|
Υπερβάλλον
|
45
|
|
|
|
Ο φορολογούμενος δικαιούται το αφορολόγητο ποσό των δώδεκα χιλιάδων (12.000) ευρώ εφόσον προσκομίζει τις νόμιμες αποδείξεις με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, για δαπάνες αγοράς αγαθών και λήψης υπηρεσιών, τις οποίες πραγματοποιεί ο ίδιος, η σύζυγός του και τα τέκνα που τους βαρύνουν. Οι δημόσιοι υπάλληλοι που υπηρετούν στην αλλοδαπή και τα λοιπά πρόσωπα της παραγράφου 3 του άρθρου 47 του ΚΦΕ, όσοι διαμένουν σε οίκο ευγηρίας και οι φυλακισμένοι, δικαιούνται το αφορολόγητο ποσό της κλίμακας χωρίς την προσκόμιση των αποδείξεων δαπανών του προηγμένου εδαφίου. Στις πιο πάνω δαπάνες δεν περιλαμβάνονται οι προβλεπόμενες στις διατάξεις των άρθρων 8 και 9, οι δαπάνες λόγω απόκτησης περιουσιακών στοιχείων του άρθρου 17, οι δαπάνες του άρθρου 23, οι δαπάνες ύδρευσης, αποχέτευσης, ηλεκτρισμού, φυσικού αερίου, τηλεθέρμανσης και τηλεπικοινωνιών γενικά, καθώς και οι δαπάνες εισιτηρίων κάθε είδους μεταφορικών μέσων.
Το ελάχιστο ύψος των δαπανών αυτών υπολογίζεται κλιμακωτά με βάση το δηλούμενο και φορολογούμενο με τις γενικές διατάξεις ατομικό εισόδημα του φορολογουμένου. Για ατομικό εισόδημα μέχρι δώδεκα χιλιάδες (12.000) ευρώ το ελάχιστο ύψος των δαπανών υπολογίζεται σε ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) αυτού. Για ατομικό εισόδημα πάνω από δώδεκα χιλιάδες (12.000) ευρώ, το ελάχιστο ύψος δαπανών υπολογίζεται για το τμήμα αυτού μέχρι δώδεκα χιλιάδες (12.000) ευρώ σε ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) και για το τμήμα αυτού πάνω από τα δώδεκα χιλιάδες (12.000) ευρώ σε ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) αυτού. Όταν το ατομικό εισόδημα είναι μέχρι έξι χιλιάδες (6.000) ευρώ δεν απαιτούνται αποδείξεις δαπανών.
Στο ποσό των προσκομιζόμενων αποδείξεων δαπανών του φορολογουμένου που υπολείπεται του πιο πάνω ποσοστού, επιβάλλεται φόρος με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%) και στο ποσό των δαπανών που υπερβαίνουν το ποσοστό αυτό εκπίπτει φόρος με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%) από το συνολικό φόρο που προκύπτει με βάση την πιο πάνω κλίμακα. Το ποσό των δαπανών για την επιβολή ή την έκπτωση φόρου του προηγούμενου εδαφίου, σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ για τον υπόχρεο και τα τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ για συζύγους. Οι πραγματοποιηθείσες δαπάνες υπολογίζονται αθροιστικά και για τους δύο συζύγους μόνο εφόσον έχουν περιληφθεί στην αρχική δήλωση και μερίζονται μεταξύ των συζύγων ανάλογα με το δηλούμενο και φορολογούμενο με τις γενικές διατάξεις ατομικό εισόδημα της αρχικής δήλωσής τους αφού πρώτα καλυφθεί το απαιτούμενο ποσό αποδείξεων για την κάλυψη του αφορολόγητου ποσού. Όταν ο ένας σύζυγος δηλώνει εισόδημα μέχρι έξι χιλιάδες (6.000) ευρώ τότε οι αποδείξεις που προσκομίζονται καλύπτουν το αφορολόγητο ποσό του άλλου συζύγου εφόσον αυτό υπερβαίνει τα έξι χιλιάδες ( 6.000) ευρώ .
2. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται ως εξής:
«Το αφορολόγητο ποσό του πρώτου κλιμακίου της κλίμακας της προηγούμενης παραγράφου, αυξάνεται κατά χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ εάν ο φορολογούμενος έχει ένα τέκνο που τον βαρύνει, κατά τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ εάν έχει δύο τέκνα που τον βαρύνουν, κατά έντεκα χιλιάδες πεντακόσια (11.500) ευρώ εάν έχει τρία τέκνα που τον βαρύνουν και κατά δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ για κάθε τέκνο πάνω από τα τρία που τον βαρύνουν.
3. Το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης γʼ της παραγράφου 3 του άρθρου 9 του Κ.Φ.Ε. καταργείται και μετά την υποπερίπτωση δδʼ της περίπτωσης γʼ της παραγράφου 3 του άρθρου 9 του Κ.Φ.Ε., προστίθενται δύο εδάφια, ως εξής:
«Οι τόκοι μειώνουν το φόρο μόνο εφόσον ο φορολογούμενος που λαμβάνει το δάνειο αποκτά ή έχει κυριότητα επί του ακινήτου. Το ποσοστό των τόκων στο οποίο υπολογίζεται η μείωση ποσοστού είκοσι τοις εκατό (20%) είναι ανάλογο του ποσοστού ιδιοκτησίας στο ακίνητο.»
4. Η περίπτωση δ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 9 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται ως εξής:
«δ) Κατά ποσοστό 20% του ποσού της ετήσιας δαπάνης που καταβάλλει ο φορολογούμενος για ασφάλιστρα ασφαλίσεων ζωής ή θανάτου, ασφαλίσεων προσωπικών ατυχημάτων και για ασφαλιστήρια ασθένειας, για την ασφάλιση του ίδιου, του άλλου συζύγου και των τέκνων που τους βαρύνουν κατά τις διατάξεις του παρόντος. Στη δαπάνη της περίπτωσης αυτής περιλαμβάνεται και η δαπάνη του πρώτου εδαφίου για ασφάλιση τέκνου, από αυτά που ορίζονται στο άρθρο 7, η οποία καταβάλλεται ετησίως από γονείς που βρίσκονται σε διάζευξη, στην περίπτωση που δε συνοικούν μαζί του. Το ποσό της δαπάνης ασφαλίστρων επί του οποίου υπολογίζεται η μείωση δεν μπορεί να υπερβεί τα χίλια (1.000) ευρώ για άγαμο και τα δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ για οικογένεια. Το ποσό αυτό υπολογίζεται αθροιστικά και για τους δύο συζύγους, μειώνει το φόρο μόνο εφόσον έχει περιληφθεί στην αρχική δήλωση και μερίζεται μεταξύ των συζύγων ανάλογα με το ύψος του εισοδήματος του καθενός που φορολογείται με τις γενικές διατάξεις, όπως αυτό δηλώθηκε με την αρχική δήλωση.»
5. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 9 του Κ.Φ.Ε. προστίθενται περιπτώσεις ζʼ, η ʼ και θʼ, ως εξής:
«ζ) Κατά ποσοστό 20%:
αα) Των ποσών που καταβάλλονται από το φορολογούμενο λόγω δωρεάς στο Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, το Εθνικό Ταμείο Κοινωνικής Συνοχής (Ε.ΤΑ.Κ.Σ.), τους Ιερούς Ναούς, τις Ιερές Μονές του Αγίου Όρους, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων, την Ιερά Μονή Σινά, την Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας, τα ημεδαπά Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, τα Κρατικά και Δημοτικά Νοσηλευτικά Ιδρύματα και τα νοσοκομεία που είναι νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και επιχορηγούνται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, καθώς και το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων.
ββ) Της αξίας των ιατρικών μηχανημάτων και των ασθενοφόρων αυτοκινήτων, που μεταβιβάζονται λόγω δωρεάς στα κρατικά και δημοτικά νοσηλευτικά ιδρύματα και τα νοσοκομεία που αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και επιχορηγούνται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό.
γγ) Των χρηματικών ποσών που καταβάλλονται από το φορολογούμενο λόγω δωρεάς προς τα κοινωφελή ιδρύματα, τα σωματεία μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που παρέχουν υπηρεσίες εκπαίδευσης και χορηγούν υποτροφίες, τα ημεδαπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τα ημεδαπά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που νόμιμα έχουν συσταθεί ή συνιστώνται και τα οποία επιδιώκουν κοινωφελείς σκοπούς, τους ερευνητικούς και τεχνολογικούς φορείς που διέπονται από το ν.1514/1985 (ΦΕΚ Α13) και τα ερευνητικά κέντρα που αποτελούν ημεδαπά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα.
δδ) Των χρηματικών ποσών που καταβάλλονται από το φορολογούμενο λόγω χορηγίας προς τα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα ημεδαπά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που νόμιμα υπάρχουν ή συνιστώνται, εφόσον επιδιώκουν σκοπούς πολιτιστικούς. Πολιτιστικοί σκοποί είναι, ιδίως, η καλλιέργεια, προαγωγή και διάδοση των γραμμάτων, της μουσικής, του χορού, του θεάτρου, του κινηματογράφου, της ζωγραφικής, της γλυπτικής και των τεχνών γενικότερα, καθώς και η ίδρυση, επέκταση και συντήρηση των αναγνωρισμένων ιδιωτικών μουσείων, όπως τέχνης, φυσικής ιστορίας, εθνολογικών και λαογραφικών.
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού καθορίζονται, μετά από έλεγχο του Υπουργείου Πολιτισμού, τα νομικά πρόσωπα που επιδιώκουν πολιτιστικούς σκοπούς, για την εφαρμογή αυτών των διατάξεων.
Όταν τα ποσά των δωρεών και των χορηγιών αυτής της περίπτωσης, με εξαίρεση τις δωρεές που καταβάλλονται στους δωρεοδόχους οι οποίοι αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, υπερβαίνουν τα τριακόσια (300) ευρώ ετησίως, λαμβάνονται υπόψη μόνο εφόσον έχουν κατατεθεί σε ειδικό λογαριασμό του νομικού προσώπου, που πρέπει να ανοιχθεί για το σκοπό αυτόν στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ή σε τράπεζα που νόμιμα λειτουργεί στην Ελλάδα.
Το οικείο γραμμάτιο είσπραξης της τράπεζας που θα εκδίδεται πρέπει να αναφέρει τα στοιχεία του δωρητή ή χορηγού και δωρεοδόχου, το ποσό της δωρεάς ή χορηγίας αριθμητικώς και ολογράφως, την ημερομηνία κατάθεσής του και την υπογραφή του δωρητή ή χορηγού, κατά περίπτωση.
Το συνολικό ποσό των δωρεών και χορηγιών της περίπτωσης αυτής επί του οποίου υπολογίζεται η μείωση δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) του συνολικού εισοδήματος που φορολογείται με τις γενικές διατάξεις.
Η μείωση διενεργείται εφόσον τα ποσά των δωρεών και χορηγιών υπερβαίνουν συνολικά τα εκατό (100) ευρώ.
Το συνολικό ποσό των χρηματικών δωρεών και χορηγιών αυτής της περίπτωσης στο οποίο υπολογίζεται η μείωση, δεν μπορεί να υπερβεί ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) του εισοδήματος που προκύπτει σε περίπτωση εφαρμογής της παραγράφου 1 του άρθρου 19.
Τα χρηματικά ποσά αυτών των δωρεών και χορηγιών δεν πρέπει να έχουν εκπέσει με βάση άλλη διάταξη του παρόντος.
Οι διατάξεις της περίπτωσης αυτής εφαρμόζονται και για δωρεές υπέρ αντίστοιχων κρατικών φορέων και νομικών προσώπων, εγκατεστημένων σε άλλα κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σε χώρες ΕΟΧ/ΕΖΕΣ. Το ποσό των δωρεών που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο μπορεί να κατατίθεται και σε τράπεζα της χώρας στην οποία έχει την κατοικία του ο δωρεοδόχος.
η) Κατά ποσοστό 20% του ποσού της ετήσιας δαπάνης που καταβάλλει ο φορολογούμενος σε δικηγόρους λόγω παροχής νομικών υπηρεσιών στον ίδιο ή στα πρόσωπα που τον βαρύνουν, με εξαίρεση τις αμοιβές για την παράστασή τους κατά τη σύνταξη συμβολαιογραφικών πράξεων και των περιπτώσεων που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 23.
θ) Κατά ποσοστό 20% της δαπάνης για:
αα) Την αλλαγή εγκατάστασης κεντρικού κλιματισμού χρήσης καυσίμου από πετρέλαιο σε φυσικό αέριο ή για νέα εγκατάσταση φυσικού αερίου.
ββ) Την αντικατάσταση του λέβητα πετρελαίου για την εγκατάσταση τηλεθέρμανσης ή για νέα εγκατάσταση τηλεθέρμανσης.
γγ) Την αγορά ηλιακών συλλεκτών και για την εγκατάσταση κεντρικού κλιματισμού με χρήση ηλιακής ενέργειας.
δδ) Την αγορά αποκεντρωμένων συστημάτων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που βασίζονται σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (φωτοβολταϊκά, μικρές ανεμογεννήτριες) και συμπαραγωγής ηλεκτρισμού και ψύξης – θέρμανσης με χρήση φυσικού αερίου ή ανανεώσιμων πηγών.
εε) Τη θερμομόνωση σε υφιστάμενα κτίρια.
Το ποσό της δαπάνης της περίπτωσης αυτής επί της οποίας υπολογίζεται η μείωση δεν μπορεί να υπερβεί ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) του αφορολόγητου ποσού του πρώτου κλιμακίου της κλίμακας του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1.»
6. Τα εδάφια πρώτο, δεύτερο και τέταρτο της παραγράφου 4 του άρθρου 9 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίστανται ως εξής:
« Για τη σύζυγο η οποία έχει εισόδημα από το οποίο προκύπτει φόρος, οι μειώσεις των περιπτώσεων α΄, γ΄, ε΄, ζ΄, η΄ και θ΄ της προηγούμενης παραγράφου που αφορούν την ίδια και των περιπτώσεων α΄ και στ΄της προηγούμενης παραγράφου που αφορούν τα τέκνα της από προηγούμενο γάμο, τα χωρίς γάμο τέκνα της, τους γονείς της και τους ανήλικους ορφανούς από πατέρα και μητέρα συγγενείς της μέχρι το δεύτερο βαθμό, αφαιρούνται από το δικό της φόρο που προκύπτει με βάση την κλίμακα. Όταν λόγω θανάτου του ενός από τους συζύγους υποβάλλονται χωριστές δηλώσεις, αν στο εισόδημα του ενός συζύγου δεν προκύπτει φόρος ή ο φόρος που προκύπτει είναι κατώτερος από το άθροισμα των μειώσεων των περιπτώσεων α΄ έως και θ΄ της προηγούμενης παραγράφου, το άθροισμα αυτών ή η διαφορά που προκύπτει δεν μειώνει το φόρο του άλλου συζύγου.»
« Αν με βάση τη φορολογική κλίμακα δεν προκύπτει για το φορολογούμενο ποσό φόρου ή αυτό που προκύπτει είναι μικρότερο από το άθροισμα των μειώσεων των περιπτώσεων α΄, β΄, δ΄ και στ΄ της προηγούμενης παραγράφου που αφορούν αυτόν προσωπικά και τα πρόσωπα που τον βαρύνουν, τότε ολόκληρο το ποσό των μειώσεων των περιπτώσεων αυτών ή η διαφορά που προκύπτει, μειώνει το ποσό του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική κλίμακα για τον άλλο σύζυγο.»
7. Οι διατάξεις των παραγράφων 3 έως και 6 του άρθρου αυτού ισχύουν από 1ης Ιανουαρίου 2010, για εισοδήματα που αποκτώνται ή δαπάνες που πραγματοποιούνται, κατά περίπτωση, από την ημερομηνία αυτή και μετά.
8. Η κλίμακα της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του Κ.Φ.Ε. που θεσπίστηκε με το νόμο αυτό, έχει εφαρμογή κατά την παρακράτηση φόρου εισοδήματος από τη δημοσίευση του νόμου αυτού και μετά.
9. Στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 118 του Κ.Φ.Ε. προστίθεται η φράση:
« χωρίς να απαιτούνται για την κάλυψη αυτής της προσαύξησης οι αποδείξεις των δαπανών της παραγράφου 1 του άρθρου 9».
10. Όπου στις διατάξεις του Κ.Φ.Ε. αναγράφονται «κλίμακα (α) ή (β)», νοείται η κλίμακα της παραγράφου 1 του άρθρου 9, όπως αυτή θεσπίστηκε με το νόμο αυτό.
Άρθρο 3
Δαπάνες διαβίωσης
1. Ο τίτλος του άρθρου 15 του Κ.Φ.Ε., «Προσδιορισμός εισοδήματος με βάση την τεκμαρτή δαπάνη», αντικαθίσταται σε «Προσδιορισμός εισοδήματος με βάση τις δαπάνες διαβίωσης».
2. Το άρθρο 16 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 16
Αντικειμενικές δαπάνες διαβίωσης
1.Για τον προσδιορισμό της συνολικής ετήσιας αντικειμενικής δαπάνης διαβίωσης του φορολογουμένου, της συζύγου του και των προσώπων που συνοικούν και τους βαρύνουν λαμβάνονται υπόψη τα ακόλουθα:
α) Η ετήσια αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης που εκτιμάται με βάση τις δαπάνες συντήρησης, τις πάγιες καταναλώσεις καθώς και τις δαπάνες λειτουργίας, με βάση τα τετραγωνικά μέτρα της ιδιοκατοικούμενης ή μισθωμένης κύριας κατοικίας ορίζεται κλιμακωτά, για τα ογδόντα (80) πρώτα τετραγωνικά μέτρα κύριων χώρων αυτής, με σαράντα (40) ευρώ το τετραγωνικό μέτρο, για τα επόμενα ογδόντα ένα (81) μέχρι και διακόσια (200) τετραγωνικά μέτρα κύριων χώρων αυτής, με εξήντα (60) ευρώ το τετραγωνικό μέτρο και για τα πλέον των διακοσίων (200) τετραγωνικών μέτρων κύριων χώρων αυτής, με εκατό (100) ευρώ το τετραγωνικό μέτρο. Για τον υπολογισμό της ετήσιας αντικειμενικής δαπάνης διαβίωσης των βοηθητικών χώρων της κύριας κατοικίας ορίζεται ποσό τριάντα (30) ευρώ το τετραγωνικό μέτρο. Προκειμένου για μονοκατοικίες τα παραπάνω ποσά προσαυξάνονται κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%).
β) Η ετήσια αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης με βάση τα τετραγωνικά μέτρα της ιδιοκατοικούμενης ή μισθωμένης δευτερεύουσας κατοικίας καθώς και των βοηθητικών χώρων αυτής ορίζεται ως τo ένα δεύτερο (1/2) της ετήσιας αντικειμενικής δαπάνης διαβίωσης με βάση τα οριζόμενα στην α΄ περίπτωση.
Αν ο φορολογούμενος, η σύζυγός του και τα πρόσωπα που συνοικούν με αυτόν και τον βαρύνουν έχουν στην κατοχή ή στην κυριότητά τους περισσότερες από μία ιδιοκατοικούμενες ή μισθούμενες δευτερεύουσες κατοικίες, για τον υπολογισμό της ετήσιας αντικειμενικής δαπάνης διαβίωσης λαμβάνεται υπόψη η συνολική επιφάνεια όλων των δευτερευουσών κατοικιών αθροιστικά.
γ) Η ετήσια αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης που εκτιμάται με βάση το κόστος τελών κυκλοφορίας, ασφαλίστρων, καυσίμων και συντήρησης επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης, ανεξαρτήτως παλαιότητας, ορίζεται για τα αυτοκίνητα μέχρι χίλια διακόσια (1.200) κυβικά εκατοστά σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ και για αυτοκίνητα μεγαλύτερα των χιλίων διακοσίων (1.200) κυβικών εκατοστών προστίθενται διακόσια (200) ευρώ ανά εκατό (100) κυβικά εκατοστά μέχρι τα δύο χιλιάδες (2000) κυβικά εκατοστά και τριακόσια (300) ευρώ ανά εκατό (100) κυβικά εκατοστά για πάνω από δύο χιλιάδες (2000) κυβικά εκατοστά.
Τα παραπάνω ποσά ετήσιας αντικειμενικής δαπάνης διαβίωσης μειώνονται κατά ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) για επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης τα οποία είναι ειδικά διασκευασμένα για αναπήρους.
Ως επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης ειδικά διασκευασμένα για αναπήρους θεωρούνται εκείνα που διασκευάσθηκαν ύστερα από άδεια της αρμόδιας αρχής για να οδηγούνται από πρόσωπα που παρουσιάζουν αναπηρία με ποσοστό τουλάχιστον εξήντα εφτά τοις εκατό (67%) από φυσική αναπηρία, νοητική καθυστέρηση ή ψυχική πάθηση ή για να μεταφέρουν αυτά τα πρόσωπα μαζί με τα αντικείμενα που είναι απαραίτητα για τη μετακίνησή τους.
Στις περιπτώσεις εταιριών ομόρρυθμων ή ετερόρρυθμων ή περιορισμένης ευθύνης ή ανώνυμων ή αστικών, καθώς και των κοινωνιών και κοινοπραξιών που ασκούν επιχείρηση ή επάγγελμα, οι οποίες έχουν στην κυριότητα ή στην κατοχή τους επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης, η αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης που αναλογεί σε αυτά λογίζεται ως αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης των:
ι) Ομόρρυθμων ή απλών εκτός των ετερόρρυθμων εταίρων ή κοινωνών ή μελών της κοινοπραξίας, φυσικών προσώπων, μεριζόμενη μεταξύ αυτών κατά το ποσοστό συμμετοχής τους στην εταιρία, προκειμένου περί ομόρρυθμων ή ετερόρρυθμων ή αστικών εταιριών ή στην κοινωνία ή στην κοινοπραξία.
ιι) Των φυσικών προσώπων, μελών της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, μεριζόμενη μεταξύ αυτών, κατά το ποσοστό συμμετοχής του καθενός στην εταιρία περιορισμένης ευθύνης, όταν οι διαχειριστές αυτής δεν είναι εταίροι της.
ιιι) Των διαχειριστών της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης που είναι και εταίροι της, μεριζόμενη μεταξύ αυτών κατά το ποσοστό συμμετοχής τους στην εταιρία περιορισμένης ευθύνης.
ιιιι) Των διευθυνόντων και εντεταλμένων συμβούλων, διοικητών ανωνύμων εταιριών και προέδρων των διοικητικών συμβουλίων τους, μεριζόμενη ισομερώς μεταξύ τους.
Αν στις πιο πάνω περιπτώσεις οι εταίροι των ομόρρυθμων ή ετερόρρυθμων ή περιορισμένης ευθύνης ή αστικών εταιριών, καθώς και των κοινωνιών ή κοινοπραξιών είναι νομικά πρόσωπα, η αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης που προκύπτει με βάση τα επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης που έχουν στην κυριότητα ή την κατοχή τους λογίζεται ως αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης των φυσικών προσώπων, που μετέχουν σε αυτά τα νομικά πρόσωπα, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο εδάφιο.
Για τα αλλοδαπά νομικά πρόσωπα που δεν έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα, αλλά υποχρεούνται σε υποβολή δήλωσης με βάση την παράγραφο 1 του άρθρου 107, καθώς και για τις αλλοδαπές επιχειρήσεις, το ποσό της ετήσιας αντικειμενικής δαπάνης διαβίωσης που προκύπτει με βάση αυτοκίνητα αυτής της περίπτωσης ιδιοκτησίας του αλλοδαπού νομικού προσώπου ή ιδιοκτησίας ή κατοχής γραφείου, υποκαταστήματος ή πρακτορείου της αλλοδαπής επιχείρησης εγκατεστημένου στην Ελλάδα, βαρύνει το πρόσωπο που εκπροσωπεί στην Ελλάδα το αλλοδαπό νομικό πρόσωπο ή την αλλοδαπή επιχείρηση ή προΐσταται του οικείου γραφείου ή υποκαταστήματος ή πρακτορείου.
Η αντικειμενική αυτή δαπάνη διαβίωσης βαρύνει καθένα από τα φυσικά πρόσωπα που ορίζονται από τις διατάξεις αυτής της παραγράφου, ανεξάρτητα από τον τόπο διαμονής ή κατοικίας τους και δεν μπορεί για καθένα από αυτά τα πρόσωπα και για κάθε εταιρία να είναι ανώτερη από τη μεγαλύτερη αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης που προκύπτει από αυτοκίνητο της εταιρίας.
Στην περίπτωση κατά την οποία ο φορολογούμενος, η σύζυγός του και τα προστατευόμενα μέλη είναι κύριοι ή κάτοχοι και άλλων επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης, η αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης που προκύπτει για τα αυτοκίνητα αυτά λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της συνολικής αντικειμενικής δαπάνης διαβίωσης.
Η αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης που προκύπτει βάσει επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης του οποίου κύριος ή κάτοχος είναι ανήλικο τέκνο, λογίζεται ως αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης του γονέα που έχει το μεγαλύτερο εισόδημα και αν αυτός έχασε τη γονική μέριμνα του άλλου γονέα. Σε περίπτωση απόκτησης ή μεταβίβασης με οποιονδήποτε τρόπο επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης κατά τη διάρκεια του έτους, η αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης περιορίζεται σε τόσα δωδέκατα όσοι και οι μήνες κυριότητας ή κατοχής του αυτοκινήτου. Διάστημα μεγαλύτερο από δέκα πέντε (15) ημέρες λογίζεται ως ολόκληρος μήνας. Τα ίδια εφαρμόζονται και στην περίπτωση ακινησίας ή ολοκληρωτικής καταστροφής του αυτοκινήτου από οποιαδήποτε αιτία. Σε περίπτωση εικονικής μεταβίβασης αυτοκινήτου της περίπτωσης αυτής ή εικονικής κτήσης αυτών από περισσότερα πρόσωπα, η ετήσια αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης του ισχύει αυτοτελώς στο σύνολό της για καθέναν από τους συμβαλλομένους. Ως εικονική θεωρείται ιδίως η μεταβίβαση ή η κτήση όταν πραγματοποιείται μεταξύ συγγενών εξ αίματος ή εξ αγχιστείας κατʼ ευθείαν γραμμή ή εκ πλαγίου μέχρι και τον τρίτο βαθμό, οπότε επιτρέπεται και η ανταπόδειξη. Όταν η συγκυριότητα είναι πραγματική, η ετήσια αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης μερίζεται κατά το λόγο των ιδανικών μεριδίων καθενός συγκυρίου.
Προκειμένου για εκπαιδευτές οδηγών αυτοκινήτων, καθώς και για τις επιχειρήσεις ενοικίασης αυτοκινήτων, που χρησιμοποιούν για το σκοπό αυτόν περισσότερα επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης, για τον υπολογισμό της ετήσιας αντικειμενικής δαπάνης διαβίωσης λαμβάνεται υπόψη το αυτοκίνητο που δίνει τη μεγαλύτερη αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης. Στις περιπτώσεις ενοικίασης ή χρηματοδοτικής μίσθωσης αυτοκινήτων επιβατικών ιδιωτικής ή μικτής χρήσης, η ετήσια αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης, που αντιστοιχεί στο χρόνο χρησιμοποίησης αυτών, βαρύνει το μισθωτή τους.
Οι διατάξεις της παρούσας περίπτωσης γʼ εφαρμόζονται ανάλογα και για τον προσδιορισμό της ετήσιας αντικειμενικής δαπάνης διαβίωσης των αυτοκινήτων μικτής χρήσης και των αυτοκινήτων τύπου JEEP.
δ) Η ετήσια αντικειμενική δαπάνη που καταβάλλεται για ιδιωτικά σχολεία στοιχειώδους και μέσης εκπαίδευσης. Η δαπάνη αυτή ορίζεται ανά μαθητή, σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ για το νηπιαγωγείο, τέσσερις χιλιάδες (4.000) ευρώ για το δημοτικό και έξι χιλιάδες (6.000) ευρώ για το γυμνάσιο-λύκειο.
ε) Η ετήσια αντικειμενική δαπάνη που καταβάλλεται για οικιακούς βοηθούς, οδηγούς αυτοκινήτων, δασκάλους και λοιπό προσωπικό, ορίζεται σε οχτώ χιλιάδες (8.000) ευρώ ανά απασχολούμενο. Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση που ο φορολογούμενος απασχολεί έναν μόνο οικιακό βοηθό ή νοσοκόμο, όταν ο ίδιος ή πρόσωπο που συνοικεί με αυτόν και τον βαρύνει παρουσιάζει αναπηρία εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και πάνω, από διανοητική καθυστέρηση ή φυσική αναπηρία ή είναι ηλικίας άνω των εξήντα πέντε (65) ετών.
στ) Η ετήσια αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης με βάση σκάφη αναψυχής ιδιωτικής χρήσης κυριότητας ή κατοχής του φορολογουμένου, της συζύγου του ή των προσώπων που τους βαρύνουν που εκτιμάται με βάση το κόστος τελών ελλιμενισμού, ασφαλίστρων, καυσίμων, συντήρησης και πρακτόρευσης, ανάλογα με τα μέτρα ολικού μήκους του σκάφους, η οποία ορίζεται ως εξής:
αα) Για μηχανοκίνητα σκάφη ανοικτού τύπου, ταχύπλοα και μη, ολικού μήκους μέχρι 5 μέτρα, στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, ενώ για τα πάνω από 5 μέτρα ορίζεται στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ββ) Προκειμένου για ιστιοφόρα ή μηχανοκίνητα ή μικτά σκάφη με χώρο ενδιαίτησης, ολικού μήκους μέχρι 10 μέτρα, στο ποσό των επτά χιλιάδων πεντακοσίων (7.500) ευρώ και για τα σκάφη άνω των 10 μέτρων προστίθενται χίλια διακόσια πενήντα (1.250) ευρώ ανά μέτρο μήκους.
Προκειμένου για σκάφη με μόνιμο πλήρωμα ναυτολογημένο για ολόκληρο ή μέρος του έτους, στην παραπάνω δαπάνη προστίθεται και η αμοιβή του πληρώματος. Τα σκάφη επαγγελματικής χρήσης δεν λαμβάνονται υπόψη για την αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης. Οι διατάξεις της περίπτωσης γ΄, εκτός αυτών που αναφέρονται στην ακινησία των αυτοκινήτων, εφαρμόζονται ανάλογα και στην περίπτωση αυτή.
ζ) Η ετήσια αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης με βάση ελαφρά αεροσκάφη και ελικόπτερα κυριότητας ή κατοχής του φορολογουμένου της συζύγου του ή των προσώπων που τους βαρύνουν εκτιμάται με βάση το κόστος τελών προσγείωσης και παραμονής, ασφαλίστρων και συντήρησης και ορίζεται ανάλογα με τα κιλά του αεροσκάφους, ως εξής:
i. Αεροσκάφη με νηολόγιο ελληνικό ή κράτους-μέλους της ΕΕ
αα) Για αεροσκάφη μέχρι δύο χιλιάδες (2.000) κιλά ορίζεται το ποσό των τριάντα δύο χιλιάδων (32.000) ευρώ.
ββ) Για αεροσκάφη πάνω από δύο χιλιάδες (2.000) μέχρι τρεις χιλιάδες (3.000) κιλά ορίζεται το ποσό των τριάντα πέντε χιλιάδων πεντακοσίων (35.500) ευρώ.
γγ) Για αεροσκάφη πάνω από τρεις χιλιάδες (3.000) κιλά ορίζεται το ποσό των τριάντα επτά χιλιάδων (37.000) ευρώ.
ii. Αεροσκάφη με νηολόγιο κράτους μη μέλους της ΕΕ
Τα αντίστοιχα ποσά αντικειμενικής δαπάνης διαβίωσης ορίζονται στις τριάντα τέσσερις χιλιάδες (34.000) ευρώ, τριάντα επτά χιλιάδες (37.000) και σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ.
iii. Για τα ελικόπτερα ως ελάχιστη δαπάνη διαβίωσης ορίζεται αυτή της αντίστοιχης κατηγορίας αεροσκαφών μειωμένη κατά ποσοστό 20% .
Τα υπερελαφρά αεροσκάφη κάτω των 550 κιλών απαλλάσσονται από την εφαρμογή της ελάχιστης αντικειμενικής δαπάνης διαβίωσης.
Οι διατάξεις της περίπτωσης γ΄ εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση αυτή.
η) Η ετήσια αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης που εκτιμάται με βάση το ύψος των ετήσιων εξόδων συντήρησης και χρήσης εξωτερικής δεξαμενής κολύμβησης που προκύπτει για τον κύριο ή κάτοχο αυτής, ορίζεται κλιμακωτά ανάλογα με την επιφάνειά της, σε εξήντα (60) ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο μέχρι τα εξήντα (60) τετραγωνικά μέτρα και σε εκατό (100) ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, για επιφάνεια άνω των εξήντα (60) τετραγωνικών μέτρων.
Προκειμένου για εσωτερική δεξαμενή κολύμβησης τα παραπάνω ποσά αυτής της περίπτωσης διπλασιάζονται.
θ) Η γενική ετήσια αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης του φορολογουμένου, σε κάθε περίπτωση ορίζεται σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ προκειμένου για τον άγαμο και στα πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ για τους συζύγους που υποβάλλουν κοινή δήλωση.
2. Το ετήσιο συνολικό ποσό της αντικειμενικής δαπάνης διαβίωσης που προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου μπορεί να αμφισβητηθεί από το φορολογούμενο όταν η πραγματική δαπάνη του φορολογουμένου και των μελών που τον βαρύνουν είναι μικρότερη από την αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης, όπως αποδεικνύεται από τον υπόχρεο με βάση πραγματικά περιστατικά. Η επίκληση των περιστατικών αυτών μπορεί να γίνει ιδιαίτερα από τους υπόχρεους οι οποίοι:
α) Υπηρετούν τη στρατιωτική θητεία τους στις Ένοπλες Δυνάμεις.
β) Είναι φυλακισμένοι.
γ) Νοσηλεύονται σε νοσοκομείο ή κλινική.
δ) Είναι άνεργοι και για το χρονικό διάστημα που δικαιούνται βοήθημα ανεργίας.
ε) Συγκατοικούν με συγγενείς πρώτου βαθμού και έχουν μειωμένες δαπάνες διαβίωσης, γιατί αποδεικνύεται ότι στις δαπάνες συμβάλλουν οι συγγενείς αυτοί οι οποίοι πραγματοποιούν εισόδημα από εμφανείς πηγές.
στ) Είναι ορφανοί ανήλικοι οι οποίοι έχουν στην κυριότητά τους επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης από κληρονομιά του πατέρα ή της μητέρας τους.
ζ) Προσκομίζουν στοιχεία από τα οποία αποδεικνύεται ότι από γεγονότα ανώτερης βίας πραγματοποίησαν δαπάνη μικρότερη από την αντικειμενική.
Όταν συντρέχει μία ή περισσότερες από τις περιπτώσεις αυτής της παραγράφου, ο φορολογούμενος υποχρεούται να υποβάλει μαζί με τη δήλωσή του και τα αναγκαία δικαιολογητικά για την απόδειξη των ισχυρισμών του. Ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας ελέγχει την ακρίβεια των ισχυρισμών και τα αποδεικτικά στοιχεία του φορολογουμένου και μειώνει ανάλογα την ετήσια αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης στην οποία αναφέρονται οι ισχυρισμοί και τα αποδεικτικά στοιχεία.
Στις πιο πάνω α` και ε` περιπτώσεις, η διαφορά μεταξύ της αντικειμενικής δαπάνης διαβίωσης και της πραγματικής δαπάνης διαβίωσης λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της συνολικής αντικειμενικής δαπάνης διαβίωσης του γονέα ή του τέκνου που συμβάλλει στις δαπάνες διαβίωσης του υποχρέου.
Αν πρόκειται για τους γονείς, η διαφορά αντικειμενικής δαπάνης διαβίωσης καταλογίζεται σε εκείνον που έχει το μεγαλύτερο εισόδημα.»
3. Ο τίτλος του άρθρου 17 του Κ.Φ.Ε. «Τεκμήρια απόκτησης περιουσιακών στοιχείων» αντικαθίσταται σε «Δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων» και ο πρώτος στίχος του άρθρου αυτού «Ως ετήσια τεκμαρτή δαπάνη του φορολογουμένου, της συζύγου του και των προσώπων που τους βαρύνουν λογίζονται και τα χρηματικά ποσά που πραγματικά καταβάλλονται για:» σε «Ως ετήσια δαπάνη του φορολογουμένου, της συζύγου του και των προσώπων που τους βαρύνουν λογίζονται και τα χρηματικά ποσά που πραγματικά καταβάλλονται για:»
4. Στο δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης αʼ του άρθρου 17 του Κ.Φ.Ε. το ποσό «των πέντε χιλιάδων (5.000)» ευρώ αντικαθίσταται με το ποσό «των δέκα χιλιάδων (10.000)» ευρώ.
5. Το άρθρο 18 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«Άρθρο 18
Μη εφαρμογή δαπανών διαβίωσης
Η ετήσια αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης και η δαπάνη απόκτησης περιουσιακών στοιχείων δεν εφαρμόζονται:
α) Προκειμένου για αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης η οποία προκύπτει βάσει επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης αναπήρου, το οποίο απαλλάσσεται από τα τέλη κυκλοφορίας.
β) Προκειμένου για αλλοδαπό προσωπικό που δε διαμένει μόνιμα στην Ελλάδα ή ημεδαπό προσωπικό που διαμένει μόνιμα στο εξωτερικό και απασχολείται αποκλειστικά σε επιχειρήσεις που υπάγονται στις διατάξεις του α.ν. 89/1967 (ΦΕΚ Α132), του α.ν. 378/1968 (ΦΕΚ Α82) και του άρθρου 25 του ν. 27/1975 (ΦΕΚ Α77), για το ποσό της ετήσιας αντικειμενικής δαπάνης διαβίωσης, η οποία προκύπτει βάσει του επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης ή της κατοικίας.
γ) Προκειμένου για επιχειρήσεις μεταπώλησης αυτοκινήτων που έχουν υπαχθεί στο ειδικό καθεστώς φορολογίας του άρθρου 45 του ν.2859/2000, για την αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης που προκύπτει βάσει των επιβατικών αυτοκινήτων που έχουν αγορασθεί για μεταπώληση με βάση τις διατάξεις του άρθρου 45 του ν.2859/2000, εφόσον η άδεια και οι πινακίδες κυκλοφορίας του μεταβιβαζόμενου αυτοκινήτου οχήματος έχουν παραμείνει στη ΔΟΥ στην οποία έγινε η μεταβίβαση του αυτοκινήτου προς την επιχείρηση μεταπώλησης μέχρι και την ημερομηνία μεταπώλησης από αυτή σε τρίτο και το αυτοκίνητο κατά το χρονικό αυτό διάστημα δεν κυκλοφόρησε παράνομα. Κατά τις μεταπωλήσεις αυτής της περίπτωσης δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των παρ. 10 μέχρι και 14 του άρθρου 81. Οι μεταπωλήτριες επιχειρήσεις έχουν υποχρέωση μαζί με την ετήσια δήλωση φορολογίας εισοδήματος να συνυποβάλουν υπεύθυνη δήλωση του ν.1599/1986, στην οποία να αναγράφουν τα πιο πάνω αυτοκίνητα που αγόρασαν ή πούλησαν στο οικείο έτος. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών ορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής αυτής της περίπτωσης.
δ) Προκειμένου για αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης που προκύπτει με βάση σκάφη αναψυχής ιδιωτικής χρήσης, κυριότητας ή κατοχής μονίμων κατοίκων εξωτερικού.
ε) Προκειμένου για αγορά πάγιου εξοπλισμού επαγγελματικής χρήσης από πρόσωπα που ασκούν εμπορική ή γεωργική επιχείρηση ή ελευθέριο επάγγελμα.
στ) Προκειμένου για αγορά επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης, ειδικά διασκευασμένων για πρόσωπα που παρουσιάζουν κινητικές αναπηρίες που υπερβαίνουν σε ποσοστό το εξήντα επτά τοις εκατό (67%).
Ως επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης ειδικά διασκευασμένα για κινητικά ανάπηρους θεωρούνται εκείνα που διασκευάστηκαν ύστερα από άδεια της αρμόδιας αρχής για να οδηγούνται από πρόσωπα που παρουσιάζουν κινητική αναπηρία με ποσοστό πάνω από εξήντα επτά τοις εκατό (67%) ή για να μεταφέρουν αυτά τα πρόσωπα μαζί με τα αντικείμενα που είναι απαραίτητα για τη μετακίνησή τους.
ζ) Οι ετήσιες συνολικές δαπάνες διαβίωσης που υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 16 δεν εφαρμόζονται για συνταξιούχους γενικά.»
6. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 19 του Κ.Φ.Ε., η λέξη « τεκμαρτής » απαλείφεται.
7. Η περίπτωση ζ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 19 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται ως εξής:
« ζ) Ανάλωση κεφαλαίου που αποδειγμένα έχει φορολογηθεί κατά τα προηγούμενα έτη ή νόμιμα έχει απαλλαγεί από το φόρο.
Για τον προσδιορισμό του κεφαλαίου κάθε έτους, από τα πραγματικά εισοδήματα που έχουν φορολογηθεί ή νόμιμα απαλλαγεί από το φόρο, τα οποία προκύπτουν από συμψηφισμό των θετικών και αρνητικών στοιχείων αυτών, από τα χρηματικά ποσά, τα οριζόμενα στις περιπτώσεις β΄, γ΄, δ΄, ε΄ και στ΄ και από οποιοδήποτε άλλο ποσό το οποίο αποδεδειγμένα έχει εισπραχθεί, εκπίπτουν οι δαπάνες που προσδιορίζονται από τα άρθρα 16 και 17, ανεξάρτητα αν απαλλάσσονται της εφαρμογής των άρθρων αυτών. Στην περίπτωση που δεν υπάρχουν δαπάνες με βάση το άρθρο 16 ή αν το ποσό τους είναι μικρότερο από τις τρεις (3000) χιλιάδες ευρώ προκειμένου για άγαμο και πέντε χιλιάδες ευρώ (5000) προκειμένου για συζύγους, το ποσό που πρέπει να εκπέσει αντί αυτών προσδιορίζεται με βάση την κοινωνική, οικονομική και οικογενειακή κατάσταση των φορολογουμένων και των αποδειγμένων δαπανών διαβίωσής τους και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι κατώτερο των τριών χιλιάδων (3000) και πέντε χιλιάδων (5000) ευρώ αντίστοιχα. ».
8. Το πρώτο εδάφιο μετά την περίπτωση ζ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 19 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται ως εξής:
« Κάθε ποσό που καταβλήθηκε για την απόκτηση των εσόδων των παραπάνω περιπτώσεων τα μειώνει και η διαφορά που προκύπτει λαμβάνεται υπόψη για την κάλυψη ή τον περιορισμό της συνολικής ετήσιας δαπάνης, εκτός αν τα ποσά αυτά έχουν ληφθεί υπόψη κατά τον προσδιορισμό του εισοδήματος του έτους που καταβλήθηκαν και ο φορολογούμενος επικαλείται ανάλωση κεφαλαίου του έτους αυτού.».
9. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 19 του Κ.Φ.Ε., η λέξη « τεκμαρτή » απαλείφεται.
10. Στην παράγραφο 4 του άρθρου 61 του Κ.Φ.Ε., οι λέξεις «τεκμαρτή» και «τεκμήρια» αντικαθίστανται από τις φράσεις «αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης» και «άρθρα 16 και 17 του Κ.Φ.Ε.».
11. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 66 του Κ.Φ.Ε., η φράση «τεκμαρτή δαπάνη» αντικαθίσταται από τη φράση «αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης».
12. Στην παράγραφο 14 του άρθρου 81 του Κ.Φ.Ε., η φράση «τεκμαρτή δαπάνη» αντικαθίσταται από τη φράση «αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης».
Άρθρο 4
Κατάργηση και τροποποίηση φοροαπαλλαγών
1. Οι διατάξεις της περίπτωσης β΄ της παρ.4 του άρθρου 6 και των περιπτώσεων β΄,γ΄και δ΄ της παρ. 6 του άρθρου 6 του Κ.Φ.Ε. καταργούνται.
2. Οι διατάξεις των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 9 του Κ.Φ.Ε. καταργούνται.
3. Οι διατάξεις των περιπτώσεων εʼ, στ΄ και ζ΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 45 του Κ.Φ.Ε. καταργούνται.
4. Οι διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 3790/2009 (ΦΕΚ Α΄143) καταργούνται.
5. Στο άρθρο 6 του Κ.Φ.Ε. προστίθεται νέα παράγραφος 7 ως εξής:
«7. Τα εισοδήματα των περιπτώσεων α΄, δ΄ και θ΄ της παραγράφου 5, και της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 6 του άρθρου αυτού, απαλλάσσονται του φόρου εισοδήματος, μέχρι τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ ετησίως.»
6. Στο άρθρο 6 του Κ.Φ.Ε. προστίθεται νέα παράγραφος 8 ως εξής:
«8. Τα εισοδήματα των περιπτώσεων ε΄, ζ΄και ιβ΄ της παραγράφου 5, του άρθρου αυτού, απαλλάσσονται του φόρου εισοδήματος, εφόσον το άθροισμα των λοιπών εισοδημάτων του φορολογουμένου που φορολογούνται με τις γενικές διατάξεις, δεν υπερβαίνει τα τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ ετησίως.»
7. Στο άρθρο 6 του ν. 3631/2008 (ΦΕΚ Α΄ 6) προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής:
«6. Το εισόδημα του άρθρου αυτού απαλλάσσεται του φόρου εισοδήματος, εφόσον το άθροισμα, το άθροισμα των λοιπών εισοδημάτων του φορολογουμένου που φορολογούνται με τις γενικές διατάξεις, δεν υπερβαίνει τα τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ ετησίως.»
8. Το επίδομα ανεργίας που καταβάλλει ο ΟΑΕΔ στους δικαιούχους ανέργους απαλλάσσεται του φόρου εισοδήματος, εφόσον το άθροισμα, το άθροισμα, των λοιπών εισοδημάτων του φορολογουμένου που φορολογούνται με τις γενικές διατάξεις δεν υπερβαίνει τα τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ ετησίως.
9. Στο άρθρο 6 του Κ.Φ.Ε. προστίθεται νέα παράγραφος 9 ως εξής:
«9. Απαλλάσσονται του φόρου εισοδήματος τα κέρδη από την άσκηση ατομικής εμπορικής επιχείρησης ή ελευθέριου επαγγέλματος, μέχρι τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ, όσων υποβάλλουν δήλωση έναρξης εργασιών για πρώτη φορά, για το έτος της έναρξης και για τα δύο επόμενα έτη, εφόσον ο φορέας της επιχείρησης κατά την έναρξη δεν έχει συμπληρώσει το τριακοστό έτος της ηλικίας του. Με τις ίδιες προϋποθέσεις απαλλάσσονται του φόρου εισοδήματος, μέχρι τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ, οι ομόρρυθμες εταιρείες εφόσον συμμετέχουν σε αυτές αποκλειστικά φυσικά πρόσωπα τα οποία κατά την έναρξη δεν έχουν συμπληρώσει το τριακοστό έτος της ηλικίας τους ».
10. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου ισχύουν για εισοδήματα που αποκτώνται από 1.1.2010 και μετά.
Άρθρο 5
Κατάργηση αυτοτελούς φορολόγησης – Τροποποιήσεις συντελεστών
1. Ο συντελεστής του άρθρου 11 του Κ.Φ.Ε. αυξάνεται από είκοσι τοις εκατό (20%) σε είκοσι πέντε τοις εκατό (25%).
2. Τα τρία τελευταία εδάφια της υποπερίπτωσης ββ΄ της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του Κ.Φ.Ε., αντικαθίσταται ως εξής:
«Αν μεταβιβαστεί από επαχθή αιτία, ατομική επιχείρηση η μερίδιο ομόρρυθμης η ετερόρρυθμης εταιρίας, από γονέα προς τα τέκνα του η από σύζυγο σε σύζυγο, λόγω συνταξιοδότησης του μεταβιβάζοντος, δεν υπόκεινται σε φόρο υπεραξίας. Εάν όμως η ομόρρυθμη η ετερόρρυθμη εταιρία διαθέτει ακίνητο στα πάγια περιουσιακά της στοιχεία, τότε η αντικειμενική αξία του ακινήτου που ισχύει κατά το έτος της αποτίμησης της επιχείρησης φορολογείται με συντελεστή 5% επι του ποσοστού του μεριδίου που μεταβιβάζεται. Αν μεταβιβαστεί από επαχθή αιτία ατομική επιχείρηση ή μερίδιο προσωπικής εταιρίας από δικαιούχο με βαθμό συγγένειας της Α΄ κατηγορίας του άρθρου 29 του ν.2961/2001 η υπεραξία φορολογείται με συντελεστή 5% .Για τις ίδιες μεταβιβάσεις από δικαιούχους με βαθμό συγγένειας της Β΄ κατηγορίας του άρθρου 29 του ν.2961/2001 η υπεραξία φορολογείται με συντελεστή 10% ».
3. Οι διατάξεις των παραγράφων 10 και 11 του άρθρου 13 του Κ.Φ.Ε. καταργούνται.
4. Ο συντελεστής της παρ.6 του άρθρου 13 του Κ.Φ.Ε. αυξάνεται από είκοσι τοις εκατό (20%) σε είκοσι πέντε τοις εκατό (25%).
5. Οι συντελεστές των παραγράφων 8 και 12 του άρθρου 13 του Κ.Φ.Ε. αυξάνονται από είκοσι τοις εκατό (20%) σε είκοσι πέντε τοις εκατό (25%).
6. Το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 14 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίστανται ως εξής:
« Ο φόρος υπολογίζεται, με βάση την παρακάτω κλίμακα:
| Κλιμάκιο αποζημίωσης (ευρώ) |
Φορολογικός συντελεστής (%) |
| 0-30.000 |
0%
|
| 30.000-60.000 |
20% |
| 60.000-150.000 |
30% |
| Άνω των 150.000 |
40% |
|
Υπερβάλλον
|
45%
|
Ο φόρος παρακρατείται κατά την πληρωμή της αποζημίωσης στο δικαιούχο. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 45, οι διατάξεις αυτής της περίπτωσης εφαρμόζονται αναλόγως και για κάθε εφάπαξ αποζημίωση που παρέχεται από οποιονδήποτε φορέα και για οποιονδήποτε λόγω διακοπής της σχέσης εργασίας ή άλλης σύμβασης, η οποία συνδέει το φορέα με το δικαιούχο της αποζημίωσης. Αν το ποσό που καταβάλλεται στο δικαιούχο της αποζημίωσης υπερβαίνει εκείνο που θα έπρεπε να του καταβληθεί, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, το συνολικό ποσό της αποζημίωσης που του καταβάλλεται φορολογείται ως άνω. Με την κλίμακα αυτή φορολογείται και κάθε αποζημίωση που συμφωνείται ή επιδικάζεται σε οποιονδήποτε για λόγους ηθικής βλάβης.»
77. Οι διατάξεις των παραγράφων 2, 3, 4, 5, 6, 7 και 8 του άρθρου 14 του Κ.Φ.Ε. καταργούνται.
8. Οι διατάξεις των παραγράφων 3 του άρθρου 57 του Κ.Φ.Ε. και του άρθρου 3 του ν. 3754/2009 (ΦΕΚ Α΄43) καταργούνται.»
9. Τα τρία τελευταία εδάφια της παραγράφου 5 του άρθρου 57 του Κ.Φ.Ε. καταργούνται.
10. Ο συντελεστής της παρ.2 του άρθρου 5 του ν. 1146/1972 μειώνεται από τριάντα τοις εκατό (30%) σε είκοσι πέντε τοις εκατό (25%).
11. Οι διατάξεις της παραγράφου 15 του άρθρου 5 του ν. 2892/2001(ΦΕΚ Α΄46) καταργούνται.
12. Οι διατάξεις του άρθρου 5 εκτός των δύο τελευταίων εδαφίων της παραγράφου 1 του Ζ΄ ψηφίσματος του έτους 1975 (ΦΕΚ Α΄23) της Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με τις παραγράφους 1 έως 5 του άρθρου 10 του ν. 2459/1997 καταργούνται.
Άρθρο 6
Φορολογία εμπορικών επιχειρήσεων
1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 10 του Κ.Φ.Ε., αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Το συνολικό καθαρό εισόδημα των υπόχρεων που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 2, όπως αυτό προσδιορίζεται με βάση τις διατάξεις αυτού του Κώδικα, φορολογείται με συντελεστή 25% ,μετά την αφαίρεση:
α) των κερδών τα οποία απαλλάσσονται από το φόρο ή φορολογούνται αυτοτελώς,
β) των κερδών τα οποία προέρχονται από μερίσματα ημεδαπών ανώνυμων εταιριών ή συνεταιρισμών και των κερδών από μερίδια ημεδαπής εταιρίας περιορισμένης ευθύνης ή από τη συμμετοχή σε υπόχρεους που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 2,
γ) ειδικά, προκειμένου για τις ομόρρυθμες και ετερόρρυθμες εταιρίες και κοινωνίες κληρονομικού δικαίου, που ασκούν επιχείρηση ή επάγγελμα, στις οποίες μεταξύ των κοινωνών περιλαμβάνονται και ανήλικοι, τα κέρδη που αναλογούν στους ομόρρυθμους εταίρους φυσικά πρόσωπα και στους κοινωνούς φυσικά πρόσωπα φορολογούνται στο όνομα της εταιρίας ή κοινωνίας με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%), αφού αφαιρεθεί επιχειρηματική αμοιβή για τους εταίρους αυτούς. Η επιχειρηματική αμοιβή προσδιορίζεται με την εφαρμογή του ποσοστού συμμετοχής του εταίρου ή κοινωνού στο πενήντα τοις εκατό (50%) αυτών των κερδών της εταιρίας ή κοινωνίας που δηλώθηκαν με την οικεία ετήσια δήλωσή της.
Με την επιβολή αυτού του φόρου εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση, επί των κερδών αυτών, των προσώπων που συμμετέχουν σε αυτούς τους υπόχρεους.»
2. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 34 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται ως εξής:
«Τα καθαρά κέρδη των επιχειρήσεων που ασχολούνται με την πώληση ανεγειρόμενων οικοδομών εξευρίσκεται με τη χρήση συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) στα ακαθάριστα έσοδά τους.»
3. Οι διατάξεις της περίπτωσης αʼ της παραγράφου 5 του άρθρου 33 του Κ.Φ.Ε. καταργούνται για τα εισοδήματα που θα προκύψουν από 1.1.2011 και μετά από τις επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται επιβατικά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης και από 1.1.2010 και μετά για τις επιχειρήσεις εκμετάλλευσης επιβατικών λεωφορείων ενταγμένων σε Κ.Τ.Ε.Λ. Ειδικά για τη διαχειριστική χρήση 2010, για τις επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται επιβατικά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης, τα ποσά καθαρού εισοδήματός τους που αναφέρονται στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 33 του Κ.Φ.Ε., προσαυξάνονται κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%).
4. Οι διατάξεις της περίπτωσης βʼ της παραγράφου 5 του άρθρου 33 του Κ.Φ.Ε. καταργούνται για τα εισοδήματα που θα προκύψουν από 1.1.2010 και μετά.
5. Οι διατάξεις των περιπτώσεων αʼ και βʼ της παραγράφου 6 του άρθρου 33 του Κ.Φ.Ε. καταργούνται για τα εισοδήματα που αποκτώνται από 1.1.2011 και μετά.
6. Οι διατάξεις της περίπτωσης γʼ της παραγράφου 6 του άρθρου 33 του Κ.Φ.Ε. καταργούνται για τα εισοδήματα που αποκτώνται από 1.1.2010 και μετά.
7. Οι διατάξεις των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 33 του Κ.Φ.Ε. καταργούνται για τα εισοδήματα που αποκτώνται από 1.1.2011 και μετά. Ειδικά, για τα εισοδήματα της διαχειριστικής χρήσης 2010 των επιχειρήσεων των αποκλειστικά πλανόδιων λιανοπωλητών, λιανοπωλητών σε κινητές λαϊκές αγορές και παραγωγών αγροτικών προϊόντων, σε περίπτωση αλλαγής μέσα στην ίδια χρήση της κατηγορίας βιβλίων και στοιχείων που τηρούνται από την επιχείρηση από την πρώτη στη δεύτερη ή τρίτη κατηγορία τα καθαρά κέρδη κατά το τμήμα της περιόδου της διαχειριστικής χρήσης στην οποία τηρήθηκαν για πρώτη φορά βιβλία δεύτερης ή τρίτης κατηγορίας θα προσδιορισθούν λογιστικά σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 31 του ν.2238/94 και για το τμήμα της διαχειριστικής περιόδου που τηρήθηκαν βιβλία και στοιχεία Α΄ κατηγορίας, το ποσό του προβλεπόμενου από τις προισχύσασες διατάξεις καταβαλλόμενου φόρου μέχρι την αλλαγή της κατηγορίας των βιβλίων, θα περιορισθεί σε τόσα δωδέκατα όσοι και οι μήνες λειτουργίας της επιχείρησης που τηρήθηκαν βιβλία Α΄ κατηγορίας. Τυχόν υπόλοιπο ποσό φόρου που έχει καταβληθεί και αντιστοιχεί στο τμήμα της περιόδου της διαχειριστικής χρήσης στην οποία τηρήθηκαν για πρώτη φορά βιβλία δεύτερης ή τρίτης κατηγορίας συμψηφίζεται κατά την εκκαθάριση της ετήσιας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος και τυχόν πιστωτικό υπόλοιπο που προέρχεται από το φόρο αυτό δεν επιστρέφεται
8. Ειδικά για τη διαχειριστική χρήση 2010, για τις επιχειρήσεις που τηρούν Α ΄κατηγορίας βιβλία και στοιχεία του Κ.Β.Σ και αλλαγής μέσα στην ίδια χρήση της κατηγορίας αυτών, από την πρώτη στη δεύτερη ή τρίτη κατηγορία, τα καθαρά κέρδη κατά το τμήμα της περιόδου της διαχειριστικής χρήσης στην οποία τηρήθηκαν για πρώτη φορά βιβλία δεύτερης ή τρίτης κατηγορίας θα προσδιορισθούν λογιστικά, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 31 του Κ.Φ.Ε, ενώ τα καθαρά κέρδη για το τμήμα της διαχειριστικής περιόδου που δεν τηρήθηκαν ή τηρήθηκαν βιβλία και στοιχεία Α΄ κατηγορίας θα προσδιορισθούν εξωλογιστικά σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32 του Κ.Φ.Ε.
Για τις πιο πάνω επιχειρήσεις για τη χρήση 2010 παρέχεται η δυνατότητα σύνταξης προαιρετικών απογραφών, έναρξης και λήξης κατά την χρονική περίοδο της αλλαγής της κατηγορίας των βιβλίων, χωρίς να ισχύει η προϋπόθεση της περιπτ. γ ΄ της παρ.1 του άρθρου 31 περί υποχρεωτικής σύνταξης των απογραφών για μία τριετία από τη σύνταξη της πρώτης προαιρετικής απογραφής λήξης.
9. Τα τέσσερα πρώτα εδάφια της παραγράφου 6 του άρθρου 48 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται ως εξής:
«Χρόνος κτήσης του εισοδήματος από υπηρεσίες ελευθέριου επαγγέλματος θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο παρασχέθηκαν οι υπηρεσίες από τον ελεύθερο επαγγελματία. Όταν η παροχή υπηρεσίας διαρκεί, χρόνος κτήσης του εισοδήματος θεωρείται ο χρόνος που καθίσταται απαιτητό μέρος της αμοιβής, για το μέρος αυτό και την υπηρεσία που παρασχέθηκε. Κατʼ εξαίρεση, οι ελεύθεροι επαγγελματίες που αποκτούν εισόδημα από παροχή υπηρεσιών στο Δημόσιο και τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, χρόνος κτήσης του εισοδήματος τους θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο ο δικαιούχος εισέπραξε τούτο.»
10. Τα δύο πρώτα εδάφια της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 55 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται ως εξής:
«Δημόσιες υπηρεσίες, οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, κοινωφελή ιδρύματα, οργανισμοί και επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, δημόσιες επιχειρήσεις, τράπεζες και πιστωτικά ιδρύματα ή πιστωτικοί οργανισμοί, συνεταιρισμοί και ενώσεις τους, σύλλογοι γενικά και ενώσεις προσώπων ανεξάρτητα από το σκοπό τους, καθώς και επιχειρήσεις και ελεύθεροι επαγγελματίες, που τηρούν βιβλία δεύτερης ή τρίτης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, όταν για την επαγγελματική τους εξυπηρέτηση ή για την εκτέλεση του σκοπού τους καταβάλλουν σε τρίτους, εκτός από τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 3 του άρθρου 2 του π.δ. 186/1992, αμοιβές για οποιουδήποτε είδους παρεχόμενη υπηρεσία:
αα) με αποδείξεις δαπανών σύμφωνα με το άρθρο 15 του Κ.Β.Σ. παρακρατούν φόρο είκοσι τοις εκατό (20%),
ββ) για όλες τις λοιπές περιπτώσεις παροχής υπηρεσιών εφόσον οι συναλλαγές ξεπερνούν τα τριακόσια (300) ευρώ, παρακρατούν φόρο με συντελεστή οκτώ τοις εκατό (8%).
11. Η υποπερίπτωση ββ ΄της προηγούμενης παραγράφου ισχύει από 1.7.2010 και μετά.
Άρθρο 7
Φορολογία Ελεύθερων Επαγγελματιών – Παρακράτηση φόρων
1. Η πρώτη περίοδος της παραγράφου 5 του άρθρου 49 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται ως εξής:
« Το καθαρό εισόδημα αρχιτεκτόνων και μηχανικών από τη σύνταξη μελετών και σχεδίων οικοδομικών και λοιπών τεχνικών έργων, την επίβλεψη της εκτέλεσής τους, τη διεύθυνση εκτέλεσης (διοίκηση του έργου) και την ενέργεια πραγματογνωμοσυνών και διαιτησιών σχετικών με αυτά τα έργα, εξευρίσκεται με τις διατάξεις των παραγράφων 1 έως και 4 του ίδιου άρθρου. Σε περίπτωση εξωλογιστικού προσδιορισμού με βάση τις διατάξεις του άρθρου 50, εφαρμόζονται οι παρακάτω συντελεστές:
2. Τα δύο τελευταία εδάφια της παραγράφου 5 του άρθρου 49 του Κ.Φ.Ε. καταργούνται
3. Στην παράγραφο 6 του άρθρου 49 του Κ.Φ.Ε. προστίθεται φράση ως εξής:
« μόνο σε περίπτωση εξωλογιστικού προσδιορισμού του εισοδήματός τους με βάση τις διατάξεις του άρθρου 50 ».
4. Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου αυτού έχουν εφαρμογή για εισοδήματα που αποκτώνται από 1.1.2010 και μετά.
5. Η παράγραφος 3 του άρθρου 59 του Κ.Φ.Ε αντικαθίσταται ως εξής:
«Εκτός από τις προσωρινές δηλώσεις εκείνοι που έχουν υποχρέωση να παρακρατούν φόρο σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 57 οφείλουν να επιδίδουν μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του Μαρτίου κάθε έτους, στον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας της έδρας τους, οριστική δήλωση η οποία περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση κατοικίας κάθε δικαιούχου, τον αριθμό φορολογικού μητρώου του, το ποσό των αμοιβών, το ποσό του φόρου που αναλογεί επ` αυτών με βάση την κλίμακα του άρθρου 9, με το ποσό του φόρου που οφείλεται μετά την έκπτωση από το φόρο που αναλογεί του ποσοστού που ορίζεται με τις διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 57, το φόρο που παρακρατήθηκε για κάθε μισθωτό ή ημερομίσθιο ή συνταξιούχο κατά περίπτωση, καθώς και το υπόλοιπο για καταβολή ποσό φόρου, το οποίο θα καταβάλλεται εφάπαξ με την υποβολή της δήλωσης.
Ακόμη, εκτός από τις προσωρινές δηλώσεις εκείνοι που έχουν υποχρέωση να παρακρατούν φόρο σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 58 οφείλουν να επιδίδουν μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του Απριλίου κάθε έτους, στον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας της έδρας τους, οριστική δήλωση η οποία περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση κατοικίας κάθε δικαιούχου, τον αριθμό φορολογικού μητρώου του, το ποσό των αμοιβών από ελευθέρια επαγγέλματα και το ποσό του φόρου που παρακρατήθηκε για κάθε δικαιούχο.
Επίσης, εκτός από τις προσωρινές δηλώσεις εκείνοι που έχουν υποχρέωση να παρακρατούν φόρο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 55 οφείλουν να επιδίδουν μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του Μαΐου κάθε έτους, στον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας της έδρας τους, οριστική δήλωση η οποία περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση κατοικίας κάθε δικαιούχου, τον αριθμό φορολογικού μητρώου του, το ποσό του εισοδήματος από εμπορικές επιχειρήσεις και το ποσό του φόρου που παρακρατήθηκε για κάθε δικαιούχο.
Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην εφημερίδα της κυβερνήσεως, καθορίζεται ο τύπος και το περιεχόμενο των πιο πάνω οριστικών δηλώσεων, ο τρόπος υποβολής τους καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια».
Άρθρο 8
Λοιπές Διατάξεις
1. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 9 του άρθρου 9 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, που κυρώθηκε με το ν.2238/1994 (ΦΕΚ Α΄ 151), αντικαθίσταται ως εξής:
«Όταν ο οφειλόμενος με βάση την εμπρόθεσμη δήλωση φόρος καταβάλλεται εφάπαξ μέσα στην προθεσμία της πρώτης δόσης, ανεξάρτητα αν βεβαιώθηκε σε μία ή περισσότερες δόσεις, παρέχεται στο συνολικό ποσό του φόρου και των λοιπών συμβεβαιούμενων με αυτόν οφειλών έκπτωση ενάμιση τοις εκατό (1,5%).
Όταν η δήλωση υποβάλλεται ηλεκτρονικά μέσω διαδικτύου, εκτός από την έκπτωση του προηγούμενου εδαφίου, παρέχεται έκπτωση ενάμισι τοις εκατό (1,5%) στο συνολικό ποσό της οφειλής και μέχρι του ποσού των εκατόν δεκαοκτώ (118) ευρώ, ανεξάρτητα από τον αριθμό των δόσεων.
Κατά την καταβολή του φόρου που προκύπτει με βάση τροποποιητική δήλωση παρέχεται έκπτωση ποσοστού ενάμιση τοις εκατό (1,5%) στο σύνολο της νέας οφειλής, εφόσον αυτή είναι μικρότερη από την αρχική και ο υπόχρεος κατέβαλε την αρχική οφειλή και έτυχε παρόμοιας έκπτωσης ή κατέβαλε μέσα στην προθεσμία της πρώτης δόσης ποσό της αρχικής οφειλής που καλύπτει σε ποσοστό ενενήντα οκτώ και μισό τοις εκατό (98,5%) της νέας οφειλής, εφόσον το λάθος οφείλεται σε υπαιτιότητα της φορολογικής αρχής.»
Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής ισχύουν για δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων οικονομικού έτους 2010 και επομένων.
2. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 20 του Κ.Φ.Ε αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«Το εισόδημα αυτό αποκτάται από κάθε πρόσωπο στο οποίο έχει νόμιμα μεταβιβασθεί με οριστικό συμβόλαιο ή έχει αποκτηθεί με δικαστική απόφαση ή λόγω χρησικτησίας το δικαίωμα πλήρους κυριότητας ή νομής ή επικαρπίας ή οίκησης, κατά περίπτωση».
3. Οι διατάξεις της περίπτωσης αʼ της παραγράφου 1 του άρθρου 23 του Κ.Φ.Ε αντικαθίστανται ως ακολούθως:
«α) Ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) για αποσβέσεις σε οικοδομές οι οποίες χρησιμοποιούνται ως κατοικίες, οικοτροφεία, σχολεία, φροντιστήρια, αίθουσες κινηματογράφων ή θεάτρων, ξενοδοχεία, νοσοκομεία ή κλινικές και ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) για οικοδομές οι οποίες χρησιμοποιούνται για άλλες χρήσεις.
Επίσης, εκπίπτει ποσοστό μέχρι σαράντα τοις εκατό (40%) για ασφάλιστρα κατά του κινδύνου της πυρκαγιάς ή άλλων κινδύνων, για δικαστικές δαπάνες και για αμοιβή δικηγόρου για δίκες μισθωτικών διαφορών ή διαφορών μεταξύ ιδιοκτητών και διαχειριστών ιδιοκτησίας κατʼ ορόφους.
Όταν πρόκειται για εισόδημα που προκύπτει σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης βʼ της παραγράφου 1 του άρθρου 21, όλα τα παραπάνω ποσοστά περιορίζονται σε τρία τοις εκατό (3%) συνολικώς.
Αν οι δαπάνες που αναφέρονται στα προηγούμενα εδάφια αφορούν κοινόχρηστους χώρους του ακινήτου, επιμερίζονται αναλόγως στους συνιδιοκτήτες του.
Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, οι οποίες δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την αναγνώριση του δικαιώματος διενέργειας των εκπτώσεων, των δαπανών που ορίζονται στην περίπτωση αυτή, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια που είναι αναγκαία για την εφαρμογή αυτού του άρθρου».
4. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 46 του Κ.Φ.Ε., όπως ισχύει, προστίθεται νέο τρίτο εδάφιο ως εξής:
«Εξαιρετικώς, για ποδοσφαιριστές, καλαθοσφαιριστές, προπονητές, καθώς και άλλους αμειβόμενους αθλητές, το εισόδημα που αποκτούν, κατά περίπτωση, εξαιτίας της υπογραφής συμβολαίου μετεγγραφής ή της ανανέωσης συμβολαίου συνεργασίας με ποδοσφαιρικές ανώνυμες εταιρίες ή αναγνωρισμένα αθλητικά σωματεία, κατανέμεται ισομερώς για να φορολογηθεί σε όλα τα έτη τα οποία διαρκεί το εκάστοτε συμβόλαιο.»
5. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 61 του ν.2238/1994,μετά το πρώτο εδάφιο, προστίθεται νέο δεύτερο εδάφιο, ως εξής:
«Εξαιρείται το φυσικό πρόσωπο, που αποκτά αποκλειστικά, ετήσιο εισόδημα με βάση τις διατάξεις του άρθρου 16 του Κ.Φ.Ε., μέχρι 6000 ευρώ.»
6. Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 62 του Κ.Φ.Ε αντικαθίστανται ως ακολούθως:
«Η δήλωση υποβάλλεται, είτε σε δύο (2) αντίτυπα, αυτοπροσώπως από τον υπόχρεο ή από πρόσωπο που έχει εξουσιοδοτηθεί από αυτόν ή ταχυδρομείται επί αποδείξει και υποχρεωτικά με την χρήση σύγχρονων ηλεκτρονικών μεθόδων και δικτυακών υποδομών από κάθε υπόχρεο που ασκεί επιχείρηση ή επάγγελμα καθώς και από κάθε άλλο υπόχρεο του οποίου η δήλωση υποβάλλεται από εξουσιοδοτημένο λογιστή, στον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, που είναι αρμόδιος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 63, μέχρι την 1η Μαρτίου του οικείου οικονομικού έτους»
7. Το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης εʼ της παραγράφου 1 του άρθρου 62 του Κ.Φ.Ε αντικαθίστανται ως ακολούθως:
«Η υποβολή της δήλωσης μπορεί να πραγματοποιηθεί έγκαιρα μέχρι την έναρξη του ωραρίου λειτουργίας των δημόσιων υπηρεσιών της επόμενης ημέρας από την ημέρα λήξης της προθεσμίας τους».
8. Η παράγραφος 4 του άρθρου 62 του Κ.Φ.Ε αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«Τα δικαιολογητικά που προβλέπονται από τις οικείες διατάξεις δεν συνυποβάλλονται κατά την ηλεκτρονική υποβολή της δήλωσης μέσω διαδικτύου. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, οι οποίες δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται η διαδικασία και ο τρόπος ελέγχου αυτών των δικαιολογητικών, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια που είναι αναγκαία».
9. Η παράγραφος 6 του άρθρου 62 του Κ.Φ.Ε αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«6. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται κάθε φορά ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, τα δικαιολογητικά ή άλλα στοιχεία τα οποία συνυποβάλλονται με τη δήλωση, καθώς και ο τρόπος και ο χρόνος υποβολής της όπως ορίζεται από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου».
10. Οι διατάξεις των παραγράφων 6,7,8 και 9 του άρθρου αυτού έχουν εφαρμογή για τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος που υποβάλλονται από το οικονομικό έτος 2012 και μετά.
11. Στο τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 64 του Κ.Φ.Ε. προστίθεται εδάφιο, που έχει ως εξής:
«Στην περίπτωση που ο οφειλόμενος φόρος με βάση την εμπρόθεσμη δήλωση καταβάλλεται εφάπαξ μέσα στην προθεσμία υποβολής της δήλωσης, παρέχεται έκπτωση ενάμιση τοις εκατό (1,5%) στο συνολικό ποσό αυτού και των λοιπών συμβεβαιούμενων με αυτόν οφειλών.»
Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής ισχύουν για δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων οικονομικού έτους 2010 και επομένων.
12. Στην α΄ περίπτωση της παραγράφου 5 του άρθρου 85 του Κ.Φ.Ε. προστίθενται δύο εδάφια, ως εξής:
« Επίσης, χορηγείται αντίγραφο της κοινής φορολογικής δήλωσης και του εκκαθαριστικού σημειώματος στους συζύγους που βρίσκονται σε διάσταση ή διάζευξη.
Ειδικά σε περίπτωση συνιδιοκτησίας ακινήτου, χορηγούνται από το φάκελο του συνιδιοκτήτη που το εκμίσθωσε μονομερώς, αντίγραφο μισθωτηρίου συμβολαίου και λοιπά στοιχεία που αφορούν το κοινό ακίνητο, στους λοιπούς συνιδιοκτήτες, για διεκδίκηση των νόμιμων δικαιωμάτων τους στο δικαστήριο και δήλωση των εισοδημάτων τους από το ακίνητο αυτό.»
13. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 10 του ν.2579/1998 (ΦΕΚ Α΄31) ισχύουν και για μεταβιβάσεις αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης ή των αδειών κυκλοφορίας τους που πραγματοποιούνται από 1 Ιανουαρίου 2010 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2011. Για τις μεταβιβάσεις αυτές τα ποσά φόρου τα οποία ορίζονται με τις πιο πάνω διατάξεις προσαυξάνονται κατά ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%). Για μεταβιβάσεις που πραγματοποιούνται από 1.1.2010 μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου υποβάλλονται συμπληρωματικές δηλώσεις χωρίς κυρώσεις μέσα σε ένα μήνα από τη δημοσίευση του παρόντος.
14. Στο άρθρο 14 του Κ.Φ.Ε. προστίθεται παράγραφος 9 ως εξής:
«Παροχές σε χρήμα που καταβάλλουν τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα του ν. 3601/2007 καθώς και οι εταιρείες ειδικού σκοπού του ν. 3156/2003 και του ν. 3601/2007, οι εταιρείες παροχής πιστώσεων του ν. 2937/2001, οι εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου (ΕΕΧ) του ν. 3371/2005, οι εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων (ΑΕΔΑΚ) του ν. 3283/2004 και οι ανώνυμες εταιρίες επενδυτικής διαμεσολάβησης (Α.Ε.Ε.Δ.) του ν. 2396/1996 σε στελέχη που φορολογούνται αυτοτελώς με συντελεστή ενενήντα τοις εκατό (90%).
Ο φόρος παρακρατείται κατά την καταβολή ή πίστωση των ποσών αυτών στους δικαιούχους και αποδίδεται στο Δημόσιο σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 60.
Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και για παροχές που καταβάλλονται από τα κέρδη των ανωτέρω νομικών προσώπων».
15. Η παράγραφος 7 του άρθρου 84 του ΚΦΕ αντικαθίσταται ως εξής:
«7. H κατά του Δημοσίου απαίτηση προς επιστροφή φόρου, παραγράφεται μετά τρία έτη από την ημερομηνία της εμπρόθεσμης υποβολής της δήλωσης, ή σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής της δήλωσης, μετά τρία έτη από την ημερομηνία που η δήλωση αυτή όφειλε να είχε υποβληθεί.
Αν υποβληθεί ανακλητική δήλωση ή δήλωση με επιφύλαξη, η αξίωση για την επιστροφή του φόρου παραγράφεται μετά τρία (3) έτη από την ημέρα της με οποιονδήποτε τρόπο αποδοχής της.
Η αξίωση προς το Δημόσιο επιστροφής φόρου βάσει υποβληθείσης εμπρόθεσμης δήλωσης αναβιώνει από της κοινοποιήσεως φύλλου ή πράξεως ελέγχου.
Ως προς τα λοιπά θέματα περί παραγραφής εφαρμόζονται οι διατάξεις περί δημοσίου λογιστικού όπως εκάστοτε ισχύουν».
Άρθρο 9
Εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και ακίνητα
1. Στην περίπτωση γʼ της παραγράφου 1 του άρθρου 23 του Κ.Φ.Ε. προστίθεται δεύτερο εδάφιο που έχει ως εξής:
«Όταν υπεκμισθώνεται ακίνητο για το οποίο έχει συναφθεί σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, αναγνωρίζεται προς έκπτωση μόνο το μέρος του μισθώματος που καταβάλλεται προς την εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης και αντιστοιχεί στο κτίριο.»
2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου αφορούν μισθώματα που καταβάλλονται από την 1η Ιανουαρίου 2009 και μετά.
3. Στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 45 του Κ.Φ.Ε. προστίθεται περίπτωση στʼ, ως εξής:
«στ) το κόστος κυκλοφορίας, επισκευής, συντήρησης και τα μισθώματα, με τα οποία επιβαρύνεται η επιχείρηση, για επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης με εργοστασιακή τιμολογιακή αξία του έτους πρώτης κυκλοφορίας τους σαράντα χιλιάδων ευρώ (40.000) και άνω, ανεξάρτητα αν ανήκουν στην επιχείρηση ή είναι μισθωμένα με οποιοδήποτε τρόπο, για τον πρόεδρο ή μέλος του διοικητικού συμβουλίου, διευθύνοντα ή εντεταλμένο σύμβουλο, διαχειριστή, διευθυντή ή στέλεχος γενικά που κατά κύριο λόγο χρησιμοποιεί το αυτοκίνητο. Ως κόστος λαμβάνονται οι πιο πάνω δαπάνες και τα μισθώματα, όταν το αυτοκίνητο είναι μισθωμένο, όπως προκύπτουν από τα βιβλία που τηρεί η επιχείρηση. Το κόστος του καθενός αυτοκινήτου δεν επιμερίζεται σε περισσότερα του ενός πρόσωπα. Οι διατάξεις της περίπτωσης αυτής έχουν εφαρμογή και για τους εκπροσώπους ή διαχειριστές στην Ελλάδα αλλοδαπών ή ημεδαπών επιχειρήσεων που υπάγονται στις διατάξεις του α.ν. 89/1967 (ΦΕΚ Αʼ132) ή του ν. 27/1975 (ΦΕΚ Αʼ77), όταν τα πρόσωπα αυτά είναι Έλληνες υπήκοοι ή έχουν ελληνικό διαβατήριο.»
4. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή για δαπάνες αυτοκινήτων που πραγματοποιούνται από την 1η Ιανουαρίου 2010 και μετά.
5. Το πέμπτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 45 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται ως εξής:
«Για τον υπολογισμό της ωφέλειας, η τιμή διάθεσης του δικαιώματος στον δικαιούχο, σύμφωνα με το πρόγραμμα, αφαιρείται από τη χρηματιστηριακή τιμή κλεισίματος που έχει η μετοχή κατά το χρόνο άσκησης του δικαιώματος αυτού. Αν το δικαίωμα ασκείται σε χρόνο κατά τον οποίο ο δικαιούχος έχει αποχωρήσει από την εταιρεία, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 48».
6. Στο άρθρο 48 του ΚΦΕ η παράγραφος 6 αναριθμείται σε 7 και προστίθεται νέα παράγραφος 6 που έχει ως εξής:
«6. Επίσης, εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα θεωρείται και η ωφέλεια που αποκτά ο δικαιούχος κατά την άσκηση δικαιώματος προαίρεσης απόκτησης μετοχών, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 13 του άρθρου 13 του κ.ν. 2190/1920 (ΦΕΚ Αʼ 37), σε τιμή κατώτερη από την χρηματιστηριακή τιμή κλεισίματος των μετοχών της συγκεκριμένης εταιρείας, όταν ο δικαιούχος έχει αποχωρήσει από αυτή. Για το εισόδημα αυτό εφαρμόζονται οι διατάξεις του πέμπτου και επομένων εδαφίων της παραγράφου 1 του άρθρου 45.»
7. Οι διατάξεις των παραγράφων 5 και 6 έχουν εφαρμογή για δικαιώματα που ασκούνται από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και μετά.
Άρθρο 10
Τόκοι ομολογιακών δανείων και τόκοι που καταβάλλουν φυσικά πρόσωπα στην αλλοδαπή
1. Στο τέλος της περίπτωσης γʼ της παραγράφου 3 του άρθρου 12 του Κ.Φ.Ε. προστίθεται εδάφιο που έχει ως εξής:
«Οι διατάξεις της περίπτωσης αυτής εφαρμόζονται και για τους δεδουλευμένους τόκους κατά το χρόνο μεταβίβασης του ομολόγου αλλοδαπής προέλευσης ή τοκομεριδίου».
2. Στην παράγραφο 8 του άρθρου 12 του Κ.Φ.Ε. και μετά το έβδομο εδάφιο προστίθενται δύο νέα εδάφια που έχουν ως εξής:
«Σε περίπτωση μεταβίβασης του ομολόγου ή τοκομεριδίου του πριν από τη λήξη του, η μεσολαβούσα τράπεζα προβαίνει σε παρακράτηση φόρου για τους δεδουλευμένους μέχρι το χρόνο μεταβίβασης τόκους και για την απόδοση του φόρου αυτού εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 60. Αν το ομόλογο ή τοκομερίδιο που μεταβιβάζεται ανήκει στην τράπεζα, υποχρεούται η ίδια να καταβάλει το φόρο που αναλογεί στους πιο πάνω δεδουλευμένους τόκους».
3. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή για μεταβιβάσεις τίτλων που πραγματοποιούνται μετά την παρέλευση ενός μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος.
4. Το πιστωτικό υπόλοιπο που προκύπτει από τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2010 των τραπεζών, ανεξάρτητα με τη νομική μορφή που λειτουργούν στην Ελλάδα, δεν επιστρέφεται κατά το μέρος που οφείλεται σε φόρο που έχει παρακρατηθεί επί τόκων ομολόγων πάσης φύσεως.
5. Στο άρθρο 12 του Κ.Φ.Ε. προστίθεται παράγραφος 13 που έχει ως εξής:
«13. Στους τόκους που καταβάλλονται από φυσικά πρόσωπα στην αλλοδαπή, ανεξάρτητα αν δικαιούχος είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ενεργείται παρακράτηση φόρου με το συντελεστή της παραγράφου 1 του άρθρου 109. Ο φόρος παρακρατείται από το φυσικό πρόσωπο που τους καταβάλλει και στην αλλοδαπή αποστέλλεται το υπόλοιπο ποσό που απομένει. Για την τράπεζα που μεσολαβεί έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 6 του άρθρου 13. Με την παρακράτηση αυτή εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση του αλλοδαπού δικαιούχου για τα πιο πάνω εισοδήματα. Οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 25 έχουν εφαρμογή και για τα δάνεια που συνάπτονται μεταξύ κατοίκου Ελλάδας και αλλοδαπού πιστωτή.»
6. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή για τόκους που καταβάλλονται από την επομένη της δημοσίευσης του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Άρθρο 11
Προσδιορισμός καθαρών κερδών των επιχειρήσεων
1. Στο άρθρο 30 του Κ.Φ.Ε. προστίθεται παράγραφος 5 που έχει ως εξής:
«5. Όταν αγαθά που έχει πωλήσει ελληνική επιχείρηση σε αλλοδαπή εξωχώρια εταιρεία ή αντιπρόσωπό της, χωρίς τα προϊόντα να έχουν μεταφερθεί εκτός Ελλάδος, στη συνέχεια μεταπωλούνται σε άλλη ελληνική επιχείρηση σε τιμή μεγαλύτερη από αυτή της πρώτης συναλλαγής, η επιπλέον διαφορά του τιμήματος που προκύπτει θεωρείται ακαθάριστο έσοδο της ελληνικής πωλήτριας επιχείρησης. Επίσης, αν ελληνική επιχείρηση πωλεί σε αλλοδαπή εξωχώρια εταιρεία αγαθά σε τιμή μικρότερη από αυτή στην οποία πωλεί τα ίδια εμπορεύματα σε ημεδαπή ή αλλοδαπή επιχείρηση, η χαμηλή τιμή δεν αναγνωρίζεται και η επιπλέον διαφορά που προκύπτει προστίθεται στα ακαθάριστα έσοδα της ελληνικής επιχείρησης.»
2. Μετά το πρώτο εδάφιο της υποπερίπτωσης ααʼ της περίπτωσης αʼ της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του Κ.Φ.Ε. προστίθενται δύο νέα εδάφια που έχουν ως εξής:
«Η υπηρεσία που διενεργεί τον φορολογικό έλεγχο, τακτικό ή προσωρινό, υποχρεούται, αμέσως μετά την ολοκλήρωσή του, να ενημερώσει τον αρμόδιο ασφαλιστικό οργανισμό σχετικά με την απόδοση ή μη των ασφαλιστικών εισφορών. Η παραβίαση της υποχρέωσης του προηγούμενου εδαφίου συνιστά πειθαρχικό αδίκημα που τιμωρείται κατά τις οικείες διατάξεις του πειθαρχικού δικαίου.»
3. Τo εικοστό, εικοστό πρώτο και τελευταίο εδάφιο της υποπερίπτωσης γγʼ της περίπτωσης αʼ της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του Κ.Φ.Ε. καταργούνται και το δέκατο πέμπτο εδάφιο της ίδιας υποπερίπτωσης αντικαθίσταται ως εξής:
«Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται μέχρι το ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) του συνολικού καθαρού εισοδήματος ή των κερδών που προκύπτουν από ισολογισμούς, λόγω δωρεάς προς τα κοινωφελή ιδρύματα, τα σωματεία μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που παρέχουν υπηρεσίες εκπαίδευσης και χορηγούν υποτροφίες, τους ιερούς ναούς, τις ιερές μονές του Αγίου Όρους, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων, την Ιερά Μονή Σινά, την Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας, τα ημεδαπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τα ημεδαπά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που νόμιμα έχουν συσταθεί ή συνιστώνται και τα οποία επιδιώκουν κοινωφελείς σκοπούς, τους ερευνητικούς και τεχνολογικούς φορείς που συστάθηκαν και διέπονται από τις διατάξεις του ν. 1514/1985 (ΦΕΚ Αʼ13) και του ν. 3653/2008 (ΦΕΚ Αʼ49), καθώς και τα ερευνητικά κέντρα που αποτελούν ημεδαπά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και έχουν συσταθεί νόμιμα.»
4. Οι διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 3525/2007 (ΦΕΚ Αʼ16) καταργούνται από την έναρξη της ισχύος τους. Ειδικά τα ποσά των χορηγιών σε χρήμα που μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος έχουν εισπραχθεί μέσω ειδικού κωδικού εσόδου του Κρατικού Προϋπολογισμού, αναγνωρίζονται για έκπτωση από το φορολογητέο εισόδημα του φορολογούμενου ή τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης που προσέφεραν τη χορηγία.
5. Το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της περίπτωσης βʼ της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίστανται ως εξής:
«Ειδικά για επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης με κυλινδρισμό μέχρι χίλια εξακόσια (1.600) κυβικά εκατοστά, εκπίπτουν οι δαπάνες συντήρησης, επισκευής, κυκλοφορίας και αποσβέσεων και τα μισθώματα που καταβάλλονται σε εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης ή οποιονδήποτε τρίτο, σε ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%) του ύψους αυτών, εφόσον τα αυτοκίνητα αυτά χρησιμοποιούνται για τις ανάγκες της επιχείρησης. Για αυτοκίνητα μεγαλύτερου κυβισμού εκπίπτει, με τις ίδιες προϋποθέσεις, ποσοστό είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) των πιο πάνω δαπανών.»
6. Στο τέλος της περίπτωσης γʼ της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του Κ.Φ.Ε. προστίθενται πέντε νέα εδάφια που έχουν ως εξής:
«Όταν αγαθά που έχει πωλήσει ελληνική επιχείρηση σε αλλοδαπή εξωχώρια εταιρεία ή αντιπρόσωπό της, χωρίς τα προϊόντα να έχουν μεταφερθεί εκτός Ελλάδος, στη συνέχεια μεταπωλούνται σε άλλη ελληνική επιχείρηση σε τιμή μεγαλύτερη, η επιπλέον διαφορά του τιμήματος που προκύπτει με τον τρόπο αυτό δεν αναγνωρίζεται ως κόστος αγοράς ή δαπάνη, κατά περίπτωση, της δεύτερης ελληνικής επιχείρησης. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζονται και για την επιπλέον δαπάνη ή κόστος αγοράς με την οποία επιβαρύνεται ελληνική επιχείρηση όταν προμηθεύεται από αλλοδαπή εξωχώρια εταιρεία ή αντιπρόσωπό της αγαθά, τα οποία η τελευταία έχει αγοράσει αποδεδειγμένα από άλλη αλλοδαπή επιχείρηση σε κατώτερη τιμή. Στην περίπτωση αυτή εξετάζεται αν το τίμημα που καταβάλλει η ελληνική επιχείρηση είναι αδικαιολόγητα ανώτερο από εκείνο που θα είχε καταβάλλει αν η συναλλαγή γινόταν χωρίς τη μεσολάβηση της δεύτερης αλλοδαπής επιχείρησης.»
7. Η περίπτωση δʼ της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται ως εξής:
«δ) Των δεδουλευμένων κάθε είδους τόκων δανείων ή πιστώσεων, γενικά, της επιχείρησης. Εξαιρούνται:
αα) οι τόκοι υπερημερίας λόγω οφειλής φόρων, τελών, εισφορών και προστίμων προς το Δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου,
ββ) οι τόκοι δανείου που λαμβάνεται για την αγορά μετοχών ημεδαπών ή αλλοδαπών εταιρειών, εταιρικών μερίδων και γενικά επιχειρήσεων, όταν οι πιο πάνω συμμετοχές μεταβιβάζονται εντός δύο (2) ετών από το χρόνο απόκτησής τους,
γγ) οι τόκοι δανείου που λαμβάνεται για την αγορά μετοχών ή μερίδων εξωχώριων εταιρειών, καθώς και οι τόκοι που καταβάλλονται στις εταιρείες αυτές,
δδ) οι δεδουλευμένοι τόκοι δανείου που καταβάλλονται ή πιστώνονται σε συνδεδεμένη επιχείρηση κατά την έννοια της παραγράφου 3 του άρθρου 39 κατά το μέρος που το συνολικό ύψος δανείων από τις εν λόγω επιχειρήσεις υπερβαίνει κατά μέσο όρο και κατά διαχειριστική περίοδο το τριπλάσιο των ιδίων κεφαλαίων της. Στην έννοια των τόκων του προηγούμενου εδαφίου εμπίπτουν και οι τόκοι ομολογιακών δανείων που καταβάλλονται σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις. Στο συνολικό ύψος δανείων από συνδεδεμένες επιχειρήσεις προστίθενται και τα ομολογιακά δάνεια που εκδίδονται προς αυτές, καθώς και τα δάνεια που έχουν ληφθεί από τρίτες επιχειρήσεις για τα οποία έχει χορηγηθεί οποιασδήποτε μορφής εγγύηση από τις πιο πάνω συνδεδεμένες επιχειρήσεις. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής δεν εφαρμόζονται για τις ανώνυμες εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης του ν. 1665/1986 (ΦΕΚ Αʼ183), τις εταιρείες πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων του ν. 1905/1990 (ΦΕΚ Αʼ147), τις εταιρείες ειδικού σκοπού του ν. 3156/2003 (ΦΕΚ Αʼ157) και του ν. 3601/2007 (ΦΕΚ Αʼ178) με έδρα στην Ελλάδα, τις εταιρείες παροχής πιστώσεων του ν. 2937/2001 (ΦΕΚ Αʼ169), καθώς και για τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα.»
8. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 8 του άρθρου 31 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται ως εξής:
«Οι διατάξεις της περίπτωσης αʼ δεν εφαρμόζονται για τραπεζικές επιχειρήσεις, ανεξάρτητα από τη νομική μορφή που λειτουργούν.»
9. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 9 του άρθρου 31 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται ως εξής:
«Αποζημιώσεις, καθώς και πάσης φύσεως αμοιβές, που οφείλονται από επιχειρήσεις ή επιτηδευματίες σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, με βάση δικαστική ή διαιτητική απόφαση ή οποιαδήποτε αναγνώριση ή συμβιβασμό, δεν αναγνωρίζονται ως δαπάνη για τον προσδιορισμό των καθαρών κερδών, που υπάγονται στη φορολογία εισοδήματος του οφειλέτη, εάν μέσα σε ένα μήνα από τη λήξη της οικείας διαχειριστικής περιόδου εντός της οποίας πραγματοποιείται η καταβολή ή πίστωση αυτών, δεν υποβληθεί στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία φορολογίας του δικαιούχου αντίγραφο της απόφασης ή του εγγράφου και θεωρηθεί από αυτή η απόφαση ή το έγγραφο, βάσει του οποίου καταβάλλεται ή πιστώνεται η αποζημίωση ή αμοιβή στο δικαιούχο.»
10. Η παράγραφος 14 του άρθρου 31 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται ως εξής:
«14. Οι δαπάνες που πραγματοποιεί η επιχείρηση για αγορά αγαθών ή λήψη υπηρεσιών από εξωχώρια εταιρεία, τα δικαιώματα ή οι αποζημιώσεις που καταβάλλει αυτή σε εξωχώρια εταιρεία για τη χρησιμοποίηση στην Ελλάδα τεχνικής βοήθειας, ευρεσιτεχνιών, σημάτων, σχεδίων, μυστικών βιομηχανικών μεθόδων και τύπων, πνευματικής ιδιοκτησίας και άλλων συναφών δικαιωμάτων, καθώς και τα μισθώματα που καταβάλλει στην εξωχώρια εταιρεία δεν εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδά της. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζονται και για τις δαπάνες που πραγματοποιεί η επιχείρηση για λήψη υπηρεσιών από αλλοδαπή επιχείρηση που αντιπροσωπεύει εξωχώρια εταιρεία ή λειτουργεί ως υπεργολάβος αυτής. Από την εφαρμογή της διάταξης αυτής εξαιρούνται δαπάνες που αφορούν αγορά ή μεταφορά στην Ελλάδα αργού πετρελαίου, πετρελαιοειδών ή άλλων προϊόντων για τα οποία δημοσιεύονται δείκτες τιμών χονδρικής πώλησης και τα οποία αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε οργανωμένη χρηματιστηριακή αγορά προϊόντων.»
11. Η κατάργηση που ορίζεται από την παράγραφο 2 του άρθρου δεύτερου του ν. 3814/2010 (ΦΕΚ Αʼ3) καταλαμβάνει αποσβέσεις επισφαλών απαιτήσεων που διενεργούνται από διαχειριστικές περιόδους που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2009 και μετά.
12. Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 31 του Κ.Φ.Ε. καταργούνται.
13. Οι παράγραφοι 1, 5, 6, 7, 8 και 10 έχουν εφαρμογή για κέρδη ισολογισμών που κλείνουν με 31 Δεκεμβρίου 2009 και μετά, και η παράγραφος 3 έχει εφαρμογή για κέρδη ισολογισμών που κλείνουν με 31 Δεκεμβρίου 2010 και μετά.
Άρθρο 12
Κατάργηση φορολογικών απαλλαγών νομικών προσώπων κερδοσκοπικού ή μη χαρακτήρα
1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργούνται οι απαλλαγές από το φόρο εισοδήματος που προβλέπονται με γενικές ή ειδικές διατάξεις όλων των νομικών προσώπων του άρθρου 101 του Κ.Φ.Ε., δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, με εξαίρεση:
α) τις απαλλαγές που ορίζονται από το άρθρο 103 του Κ.Φ.Ε.,
β) τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, την Διεθνή Τράπεζα Ανασυγκροτήσεως και Αναπτύξεως, τους αλλοδαπούς οργανισμούς των οποίων η απαλλαγή προβλέπεται από διεθνή σύμβαση η οποία έχει κυρωθεί με διάταξη νόμου,
γ) τις απαλλαγές που προβλέπονται από διμερείς συμφωνίες για την αποφυγή διπλής φορολογίας οι οποίες έχουν κυρωθεί με διάταξη νόμου,
δ) τις απαλλαγές που προβλέπονται από αναπτυξιακούς νόμους για την πραγματοποίηση επενδύσεων ή το μετασχηματισμό επιχειρήσεων,
ε) τις απαλλαγές που ορίζονται:
αα) με τα άρθρα 7, 19 και 33 του ν. 3283/2004 (ΦΕΚ Αʼ 210) για τα αμοιβαία κεφάλαια,
ββ) με το άρθρο 39 του ν. 3371/2005 (ΦΕΚ Αʼ 178) για τις εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου,
γγ) με τα άρθρα 20 και 31 του ν. 2778/1999 (ΦΕΚ Αʼ 295) για τα αμοιβαία κεφάλαια ακινήτων και τις εταιρείες επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία,
δδ) με το άρθρο 7 του ν. 2992/2002 (ΦΕΚ Αʼ 54) για τα αμοιβαία κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών,
εε) με το άρθρο 8 του ν. 2367/1995 (ΦΕΚ Αʼ 261) για τις εταιρείες κεφαλαίων επιχειρηματικών συμμετοχών,
στστ) με το άρθρο 14 του ν. 3156/2003 (Αʼ 157),
ζζ) με το άρθρο 5 του ν. 3220/2004 (ΦΕΚ Αʼ 15) για τις επιχειρήσεις που λειτουργούν ως «Σύστημα Εναλλακτικής Διαχείρισης»,
ηη) με το άρθρο 28 του ν. 2843/2000 (ΦΕΚ Αʼ 219) για το Ταμείο Ανάπτυξης Νέας Οικονομίας,
θθ) με το άρθρο 10 του ν. 2628/1998 (ΦΕΚ Αʼ 151) για τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους,
ιι) με το άρθρο 7 του ν. 2364/1995 (ΦΕΚ Αʼ 252) για τις εταιρείες διανομής φυσικού αερίου και τις εταιρείες παροχής αερίου,
κκ) με το άρθρο 14 του ν. 1545/1985 (ΦΕΚ Αʼ 191) για τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού, και
λλ) με το άρθρο 9 του ν. 2343/1995 (ΦΕΚ Αʼ 211) για τη Σχολή Επιμόρφωσης Υπαλλήλων του Υπουργείου Οικονομικών.
2. Η περίπτωση αʼ της παραγράφου 1 του άρθρου 103 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται ως εξής:
«α) Το Ελληνικό Δημόσιο στο οποίο περιλαμβάνονται και οι αποκεντρωμένες δημόσιες υπηρεσίες, οι οποίες λειτουργούν ως ειδικά ταμεία, οι δήμοι και οι κοινότητες, τα δημοτικά και κοινοτικά ιδρύματα και τα λοιπά δημοτικά και κοινοτικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι σύνδεσμοι δήμων και κοινοτήτων, οι δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης, αποχέτευσης, διαχείρισης απορριμμάτων και τηλεθέρμανσης, η Κεντρική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων της Ελλάδας, οι τοπικές ενώσεις Δήμων και Κοινοτήτων, οι νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις, η Ένωση Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων Ελλάδας, καθώς και τα νοσοκομεία, βρεφοκομεία, κέντρα παιδικής μέριμνας και γηροκομεία που συνιστώνται από τις νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις, με εξαίρεση τα εισοδήματά τους από κινητές αξίες. Τα εισοδήματα από κινητές αξίες φορολογούνται με τις γενικές διατάξεις εκτός από αυτά που προέρχονται από τόκους καταθέσεων και δάνεια του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και από μερίσματα ανωνύμων εταιρειών, για τα οποία επέρχεται εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης με την παρακράτηση που ενεργείται σε αυτά σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. Ειδικά για το Ελληνικό Δημόσιο, η απαλλαγή ισχύει και για τα εισοδήματα που προέρχονται από κινητές αξίες, επί των οποίων δεν ενεργείται ούτε παρακράτηση φόρου.»
3. Οι περιπτώσεις βʼ και δʼ της παραγράφου 1 του άρθρου 103 του Κ.Φ.Ε. καταργούνται και οι περιπτώσεις γʼ, εʼ, στʼ, ζʼ, ηʼ, θʼ, ιʼ, ιαʼ, ιβʼ, ιγʼ και ιδʼ αναριθμούνται σε βʼ, γʼ, δʼ, εʼ, στʼ, ζʼ, ηʼ, θʼ, ιʼ, ιαʼ και ιβʼ, αντίστοιχα.
4. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 109 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται ως εξής:
«Επίσης, τα εισοδήματα που αποκτούν από την εκμίσθωση οικοδομών και γαιών οι Ιεροί Ναοί, οι Ιερές Μητροπόλεις, οι Ιερές Μονές, οι Ιερές Μονές του Άγιου Όρους, η Ιερά Μονή Πάτμου, η Ιερά Μονή Σινά, η Αποστολική Διακονία, ο Πανάγιος Τάφος, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, τα Πατριαρχεία Ιεροσολύμων και Αλεξανδρείας, η Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου και οι Ιερές Σταυροπηγιακές Μονές Κύπρου, τα ημεδαπά νομικά πρόσωπα που νόμιμα έχουν συσταθεί ή συνιστώνται και τα οποία επιδιώκουν αποδεδειγμένα κοινωφελείς σκοπούς, καθώς και τα ημεδαπά κοινωφελή ιδρύματα, φορολογούνται με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%). Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου έχουν εφαρμογή και για τα εισοδήματα που αποκτούν στην Ελλάδα αντίστοιχα αλλοδαπά νομικά πρόσωπα, καθώς και φορείς ξένων θρησκευμάτων ή δογμάτων.»
5. Οι διατάξεις των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου αυτού ισχύουν για εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 2010 και μετά.
Άρθρο 13
Φορολογία μερισμάτων και των κερδών που διανέμουν τα λοιπά νομικά πρόσωπα
1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 54 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Στα κέρδη που διανέμουν οι ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες με τη μορφή αμοιβών και ποσοστών στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και στους διευθυντές, αμοιβών στο εργατοϋπαλληλικό προσωπικό, εκτός μισθού, καθώς και μερισμάτων ή προμερισμάτων σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ημεδαπά ή αλλοδαπά, ενώσεις προσώπων ή ομάδες περιουσίας, ανεξάρτητα αν η καταβολή τους γίνεται σε μετρητά ή μετοχές, ενεργείται παρακράτηση φόρου ως εξής:
α) όταν η διανομή λαμβάνει χώρα εντός του έτους 2011 με συντελεστή είκοσι ένα τοις εκατό (21%),
β) όταν η διανομή λαμβάνει χώρα εντός του έτους 2012 με συντελεστή είκοσι δύο τοις εκατό (22%),
γ) όταν η διανομή λαμβάνει χώρα εντός του έτους 2013 με συντελεστή είκοσι τρία τοις εκατό (23%),
δ) όταν η διανομή λαμβάνει χώρα εντός του έτους 2014 με συντελεστή είκοσι τέσσερα τοις εκατό (24%) και
ε) όταν η διανομή λαμβάνει χώρα εντός του έτους 2015 και μετά με συντελεστή είκοσι πέντε τοις εκατό (25%).
Με την παρακράτηση αυτή εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση του δικαιούχου για τα πιο πάνω εισοδήματα. Εξαιρετικά, αν ο υψηλότερος συντελεστής φορολογίας της κλίμακας του άρθρου 9 με τον οποίο φορολογούνται τα συνολικά εισοδήματα του υπόχρεου φυσικού προσώπου, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και μερίσματα από ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες, είναι κατώτερος από τον συντελεστή με τον οποίο έγινε η παρακράτηση φόρου στα μερίσματα, με την παρακράτηση αυτή δεν εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση του δικαιούχου, αλλά τα υπόψη μερίσματα φορολογούνται με τις γενικές διατάξεις και τυχόν πιστωτικό υπόλοιπο επιστρέφεται.
Αν στα καθαρά κέρδη ημεδαπής ανώνυμης εταιρείας περιλαμβάνονται και μερίσματα ή κέρδη από τη συμμετοχή της σε άλλη ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία ή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, για τα οποία έχει διενεργηθεί παρακράτηση φόρου, σε περίπτωση διανομής κερδών, από το φόρο που υποχρεούται να αποδώσει με τη δήλωση που ορίζεται από τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 54 του Κ.Φ.Ε., αφαιρείται το μέρος του φόρου που έχει ήδη παρακρατηθεί σε βάρος της και αναλογεί στα διανεμόμενα κέρδη τα οποία προέρχονται από τις πιο πάνω συμμετοχές. Τυχόν πιστωτικό υπόλοιπο επιστρέφεται. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής δεν εφαρμόζονται όταν τα μερίσματα καταβάλλονται προς εταιρεία άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της οποίας είναι θυγατρική η καταβάλλουσα τα μερίσματα ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 του ν. 2578/1998 (ΦΕΚ Aʼ30). Ο φόρος που έχει παρακρατηθεί σε βάρος της ανώνυμης εταιρείας επιστρέφεται σε αυτή κατά το μέρος που αναλογεί στα μερίσματα που διανέμει σε εταιρεία άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον τηρούνται οι προϋποθέσεις του προηγούμενου εδαφίου.»
2. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 54 αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Στα μερίσματα που εισπράττουν φυσικά πρόσωπα κάτοικοι Ελλάδας από ανώνυμες εταιρείες της αλλοδαπής ενεργείται παρακράτηση φόρου, ως εξής:
α) όταν εισπράττονται εντός του έτους 2011 με συντελεστή είκοσι ένα τοις εκατό (21%),
β) όταν εισπράττονται εντός του έτους 2012 με συντελεστή είκοσι δύο τοις εκατό (22%),
γ) όταν εισπράττονται εντός του έτους 2013 με συντελεστή είκοσι τρία τοις εκατό (23%),
δ) όταν εισπράττονται εντός του έτους 2014 με συντελεστή είκοσι τέσσερα τοις εκατό (24%) και
ε) όταν εισπράττονται εντός του έτους 2015 και μετά με συντελεστή είκοσι πέντε τοις εκατό (25%).»
3. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 55 του Κ.Φ.Ε. προστίθεται περίπτωση δʼ που έχει ως εξής:
«δ) Στα κέρδη που κεφαλαιοποιούν ή διανέμουν οι ημεδαπές εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, οι συνεταιρισμοί και οι δημόσιες, δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ημεδαπά ή αλλοδαπά, ενώσεις προσώπων ή ομάδες περιουσίας, ενεργείται παρακράτηση φόρου ως εξής:
α) όταν η διανομή λαμβάνει χώρα εντός του έτους 2011 με συντελεστή είκοσι ένα τοις εκατό (21%),
β) όταν η διανομή λαμβάνει χώρα εντός του έτους 2012 με συντελεστή είκοσι δύο τοις εκατό (22%),
γ) όταν η διανομή λαμβάνει χώρα εντός του έτους 2013 με συντελεστή είκοσι τρία τοις εκατό (23%),
δ) όταν η διανομή λαμβάνει χώρα εντός του έτους 2014 με συντελεστή είκοσι τέσσερα τοις εκατό (24%) και
ε) όταν η διανομή λαμβάνει χώρα εντός του έτους 2015 και μετά με συντελεστή είκοσι πέντε τοις εκατό (25%).
Με την παρακράτηση αυτή εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση του δικαιούχου για τα πιο πάνω εισοδήματα. Εξαιρετικά, αν ο υψηλότερος συντελεστής φορολογίας της κλίμακας του άρθρου 9 με τον οποίο φορολογούνται τα συνολικά εισοδήματα του υπόχρεου φυσικού προσώπου, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και κέρδη από ημεδαπές εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, είναι κατώτερος από τον συντελεστή με τον οποίο έγινε η παρακράτηση φόρου στα διανεμόμενα κέρδη, με την παρακράτηση αυτή δεν εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση του δικαιούχου, αλλά τα υπόψη κέρδη φορολογούνται με τις γενικές διατάξεις και τυχόν πιστωτικό υπόλοιπο επιστρέφεται.
Για την απόδοση του φόρου εφαρμόζονται οι διατάξεις της περίπτωσης ζʼ της παραγράφου 6 του άρθρου 54.
Αν στα καθαρά κέρδη ημεδαπής εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, συνεταιρισμού ή δημόσιας, δημοτικής και κοινοτικής επιχείρησης περιλαμβάνονται και μερίσματα ή κέρδη από συμμετοχή της σε άλλο νομικό πρόσωπο του άρθρου 101, σε περίπτωση διανομής κερδών, από το φόρο που υποχρεούται να αποδώσει με την πιο πάνω δήλωση, αφαιρείται το μέρος του φόρου που έχει ήδη παρακρατηθεί σε βάρος της και αναλογεί στα διανεμόμενα κέρδη τα οποία προέρχονται από τις πιο πάνω συμμετοχές. Τυχόν πιστωτικό υπόλοιπο επιστρέφεται. Οι διατάξεις της περίπτωσης αυτής δεν εφαρμόζονται όταν τα κέρδη καταβάλλονται προς εταιρεία άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της οποίας είναι θυγατρική η καταβάλλουσα τα κέρδη ημεδαπή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 του ν. 2578/1998. Ο φόρος που έχει παρακρατηθεί σε βάρος της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης επιστρέφεται σε αυτή κατά το μέρος που αναλογεί στα κέρδη που διανέμει σε εταιρεία άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον τηρούνται οι προϋποθέσεις του προηγούμενου εδαφίου.»
4. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 55 του Κ.Φ.Ε. προστίθεται περίπτωση ηʼ που έχει ως εξής:
«η) Στα κέρδη που εισπράττουν φυσικά πρόσωπα κάτοικοι Ελλάδας από εταιρείες περιορισμένης ευθύνης της αλλοδαπής ενεργείται παρακράτηση φόρου, ως εξής:
α) όταν εισπράττονται εντός του έτους 2011 με συντελεστή είκοσι ένα τοις εκατό (21%),
β) όταν εισπράττονται εντός του έτους 2012 με συντελεστή είκοσι δύο τοις εκατό (22%),
γ) όταν εισπράττονται εντός του έτους 2013 με συντελεστή είκοσι τρία τοις εκατό (23%),
δ) όταν εισπράττονται εντός του έτους 2014 με συντελεστή είκοσι τέσσερα τοις εκατό (24%) και
ε) όταν εισπράττονται εντός του έτους 2015 και μετά με συντελεστή είκοσι πέντε τοις εκατό (25%).
Με την παρακράτηση αυτή εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των δικαιούχων για τα πιο πάνω εισοδήματα.»
5. Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης αʼ της παραγράφου 1 του άρθρου 55 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται ως εξής:
«α) Στα εισοδήματα που αναφέρονται στην περίπτωση στʼ της παραγράφου 3 του άρθρου 28 με συντελεστή τριάντα πέντε τοις εκατό (35%).»
6. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή για τους μισθούς ή απολαβές που καταβάλλουν οι εταιρείες περιορισμένης ευθύνης στους εταίρους τους από τη δημοσίευση του παρόντος και μετά.
7. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 114 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται ως εξής:
«Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζονται και για τα κέρδη που εξάγει στην αλλοδαπή μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα ή με τα οποία πιστώνει την έδρα της στην αλλοδαπή. Επίσης, οι ημεδαπές εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, οι συνεταιρισμοί και οι δημόσιες, δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις που κεφαλαιοποιούν ή διανέμουν κέρδη σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ημεδαπά ή αλλοδαπά, ενώσεις προσώπων ή ομάδες περιουσίας, προβαίνουν σε παρακράτηση φόρου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση δʼ της παραγράφου 1 του άρθρου 55.»
8. Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή για εξαγωγές ή πιστώσεις κερδών που ενεργούνται από τη δημοσίευση του παρόντος και μετά.
9. Η περίπτωση αʼ και το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης γʼ της παραγράφου 4 του άρθρου 28 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίστανται ως εξής:
«α) Στις περιπτώσεις της ομόρρυθμης, ετερόρρυθμης εταιρίας, της κοινοπραξίας, κοινωνίας και αστικής εταιρίας κερδοσκοπικού χαρακτήρα από κάθε έναν εταίρο ή μέλος, για το ποσοστό των κερδών που του αναλογεί από τη συμμετοχή του στην εταιρία, κοινοπραξία ή κοινωνία. Ως χρόνος κτήσης, για επιχειρήσεις που τηρούν βιβλία τρίτης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, θεωρείται η ημερομηνία στην οποία κλείστηκε η διαχείριση.
γ) Για τα κέρδη που διανέμονται με τη μορφή μερίσματος ή αμοιβής από τους συνεταιρισμούς του ν. 1667/1986 (ΦΕΚ Αʼ196), χρόνος απόκτησης του εισοδήματος θεωρείται ο χρόνος έγκρισής τους από τη γενική συνέλευση.»
10. Στην παράγραφο 4 του άρθρου 28 του Κ.Φ.Ε. προστίθεται περίπτωση δʼ που έχει ως εξής:
«δ) Για τα κέρδη που διανέμονται από τις ημεδαπές εταιρείες περιορισμένης με οποιαδήποτε μορφή, χρόνος απόκτησης του εισοδήματος θεωρείται ο χρόνος έγκρισής τους από τη συνέλευση των εταίρων.»
11. Αφορολόγητα αποθεματικά που έχουν σχηματισθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3299/2004 (ΦΕΚ Αʼ261), του ν. 2601/1998 (ΦΕΚ Αʼ81), του ν. 1262/1982 (ΦΕΚ Αʼ70), καθώς και με οποιονδήποτε άλλο αναπτυξιακό νόμο λόγω πραγματοποίησης παραγωγικών επενδύσεων, όταν διανέμονται ή κεφαλαιοποιούνται, πέραν του φόρου που οφείλεται με βάση τις διατάξεις των νόμων αυτών, εφαρμόζονται και οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 54 ή της περίπτωσης δʼ της παραγράφου 1 του άρθρου 55 του Κ.Φ.Ε., κατά περίπτωση.
12. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή για διανεμόμενα ή κεφαλαιοποιούμενα κέρδη που εγκρίνονται από γενικές συνελεύσεις από τη δημοσίευση του παρόντος και μετά.
Άρθρο 14
Έκπτωση σε περίπτωση εφάπαξ καταβολής του φόρου και φορολογία συνεταιριστικών τραπεζών
1. Στην παράγραφο 12 του άρθρου 106 του Κ.Φ.Ε. και μετά τη λέξη «εταιρειών» στην πρώτη αράδα, προστίθενται οι λέξεις «καθώς και των πιστωτικών ιδρυμάτων που λειτουργούν με τη μορφή αμιγούς πιστωτικού συνεταιρισμού του ν. 1667/1986 (ΦΕΚ Αʼ196)».
2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή για ισολογισμούς που κλείνουν με 31 Δεκεμβρίου 2009 και μετά.
3. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 110 του Κ.Φ.Ε. προστίθεται εδάφιο που έχει ως εξής:
«Σε περίπτωση εφάπαξ καταβολής του συνολικού ποσού της οφειλής, που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο με την εμπρόθεσμη δήλωση, παρέχεται έκπτωση ενάμισι τοις εκατό (1,5%) επί του καταβαλλόμενου ποσού.»
4. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου ισχύουν για δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2010 και επομένων.
5. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 111 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται ως εξής:
«Από το ποσό που βεβαιώνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού εκπίπτει ο φόρος που παρακρατείται στην πηγή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, καθώς και ο φόρος που καταβάλλεται με βάση τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 13.»
Άρθρο 15
Μερίσματα εισηγμένων εταιρειών
1. Στο άρθρο 82 του Κ.Φ.Ε. προστίθεται παράγραφος 9 η οποία έχει ως εξής:
«9. Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑ Α.Ε.» υποχρεούται να γνωστοποιεί στο Υπουργείο Οικονομικών μέχρι το τέλος του μηνός Φεβρουαρίου κάθε έτους τα φυσικά πρόσωπα προς τα οποία διανεμήθηκαν μερίσματα κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος από εταιρείες με μετοχές εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών, τον Αριθμό Φορολογικού Μητρώου τους, τον αριθμό μερίδας στο Σύστημα Άυλων Τίτλων, τη Δ.Ο.Υ. στην οποία υπάγονται, καθώς και τα στοιχεία της εταιρείας που διένειμε το μέρισμα, το ύψος αυτού και το ποσό του φόρου που παρακρατήθηκε.»
2. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 55 του ν. 2396/1996 (ΦΕΚ Αʼ73) καταργείται.
Άρθρο 16
Πώληση μετοχών εισηγμένων στο ΧΑ
1. Ο συντελεστής του φόρου που προβλέπεται από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του ν. 2579/1998 (ΦΕΚ Αʼ 31) και της παραγράφου 2 του άρθρου 27 του ν. 2703/1999 (ΦΕΚ Αʼ 72) αυξάνεται από ένα και πενήντα τοις χιλίοις (1,50‰) σε δύο τοις χιλίοις (2‰).
2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για πωλήσεις μετοχών που διενεργούνται από την επόμενη ημέρα της δημοσίευσης του παρόντος στο ΦΕΚ και μετά.
3. Το άρθρο 38 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται ως εξής:
«ΑΡΘΡΟ 38
Εισόδημα από διάθεση και αποτίμηση χρεογράφων και παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων
1. Τα κέρδη από την πώληση μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών σε τιμή ανώτερη της τιμής απόκτησής τους, τα οποία προκύπτουν από βιβλία τρίτης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων και αποκτούνται από ατομικές επιχειρήσεις και υπόχρεους που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 2, απαλλάσσονται από το φόρο. Η απαλλαγή παρέχεται με την προϋπόθεση ότι τα κέρδη εμφανίζονται σε λογαριασμό ειδικού αποθεματικού με προορισμό το συμψηφισμό ζημιών που τυχόν θα προκύψουν στο μέλλον από την πώληση μετοχών εισηγμένων ή όχι στο Χρηματιστήριο Αθηνών. Σε περίπτωση διανομής ή διάλυσης της επιχείρησης, τα κέρδη αυτά φορολογούνται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Αν σε μια διαχειριστική περίοδο προκύψει ζημία από πώληση μετοχών, το τυχόν υπόλοιπο της ζημίας, που απομένει μετά το συμψηφισμό με τα εμφανιζόμενα στο ειδικό αποθεματικό κέρδη ή ολόκληρο το ποσό της ζημίας, αν δεν υφίσταται ειδικός λογαριασμός αποθεματικού, μεταφέρεται σε ειδικό λογαριασμό και δεν εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης. Το ποσό αυτό συμψηφίζεται με κέρδη που τυχόν θα προκύψουν στο μέλλον από πώληση μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών.
2. Τα κέρδη από την πώληση μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών, εκτός της περίπτωσης που προβλέπεται από το πρώτο εδάφιο της προηγούμενης παραγράφου, απαλλάσσονται από το φόρο εισοδήματος.
3. Ειδικά, η ζημία που τυχόν προκύπτει κατά την απογραφή στο τέλος κάθε διαχειριστικής χρήσης από την αποτίμηση μετοχών και ομολογιών, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 28 του π.δ.186/1992, μεταφέρεται σε χρέωση των λογαριασμών Αποθεματικά από Χρεόγραφα, που εμφανίζονται στα βιβλία της επιχείρησης και τα οποία προέκυψαν είτε από την πώληση χρεογράφων σε τιμή ανώτερη της τιμής κτήσης τους, με βάση τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 10 του α.ν.148/1967 (ΦΕΚ Αʼ173) είτε από την πώληση μετοχών, με βάση τις διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος, είτε από την ανταλλαγή ή λήψη δωρεάν χρεογράφων, με βάση τις διατάξεις νόμων περί αναπροσαρμογής της αξίας ακινήτων. Σε περίπτωση που τα ποσά των αποθεματικών αυτών δεν επαρκούν να καλύψουν το ποσό της παραπάνω ζημίας, το τυχόν ακάλυπτο ποσό αυτής δεν εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα αλλά μεταφέρεται σε ειδικό λογαριασμό προκειμένου να συμψηφισθεί με τα ως άνω περιγραφόμενα αποθεματικά από χρεόγραφα που θα προκύψουν στο μέλλον.
4. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 έως και 3 του άρθρου αυτού εφαρμόζονται ανάλογα και στις μεταβιβάσεις μετοχών εισηγμένων σε αλλοδαπό χρηματιστήριο αξιών ή σε άλλο διεθνώς αναγνωρισμένο χρηματιστηριακό θεσμό.
5. Τα κεφαλαιακά κέρδη που αποκτούν ατομικές επιχειρήσεις και υπόχρεοι που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 2 και οι οποίοι τηρούν βιβλία τρίτης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων από συναλλαγές σε παράγωγα προϊόντα των υποπεριπτώσεων γγ΄ εως ζζ΄ της περίπτωσης α της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν.2396/1996 (ΦΕΚ Αʼ73) και της περίπτωσης α της παραγράφου 1 του άρθρου 54 του ν.3371/2005 (ΦΕΚ Αʼ178) που διαπραγματεύονται στην αγορά παραγώγων του Χρηματιστηρίου Αθηνών ή σε αλλοδαπό χρηματιστήριο παραγώγων ή σε άλλη οργανωμένη αγορά, απαλλάσσονται από το φόρο εισοδήματος. Η απαλλαγή παρέχεται με την προϋπόθεση ότι τα κέρδη εμφανίζονται σε λογαριασμό ειδικού αποθεματικού με προορισμό το συμψηφισμό ζημιών που τυχόν θα προκύψουν στο μέλλον από την ίδια αιτία. Σε περίπτωση διανομής ή διάλυσης της επιχείρησης, τα κέρδη αυτά φορολογούνται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.
6. Τα κεφαλαιακά κέρδη που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο και τα οποία αποκτώνται από φυσικά πρόσωπα ή ατομικές επιχειρήσεις και υπόχρεους της παραγράφου 4 του άρθρου 2, εκτός της περίπτωσης που προβλέπεται στην ίδια παράγραφο, απαλλάσσονται από το φόρο εισοδήματος.»
Άρθρο 17
Υποχρεώσεις υπηρεσιών, νομικών προσώπων και οργανώσεων γενικά για υποβολή πληροφοριών και στοιχείων, ρυθμίσεις θεμάτων λογιστών – φοροτεχνικών και πιστοποιητικό νόμιμων ελεγκτών
1. Ο τίτλος του άρθρου 82 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται ως εξής:
«Υποχρεώσεις υπηρεσιών, νομικών προσώπων και οργανώσεων γενικά»
2. Η παράγραφος 2 του άρθρου 82 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Τα Υπουργεία, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, οι δικαστικές αρχές, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, οι δημόσιες υπηρεσίες ή αρχές, οι δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμοί και λοιποί φορείς του Δημοσίου, οι οργανισμοί κοινής ωφέλειας, οι τράπεζες και τα λοιπά πιστωτικά ιδρύματα, οι συνεταιρισμοί και οι ενώσεις αυτών, οι ενώσεις προσώπων, καθώς και κάθε άλλος φορέας ή επαγγελματική οργάνωση, υποχρεούνται να υποβάλλουν ηλεκτρονικά στο Υπουργείο Οικονομικών κάθε στοιχείο και πληροφορία οικονομικού και φορολογικού ενδιαφέροντος, όπως αμοιβές, αποζημιώσεις, οικονομικές ενισχύσεις, επιδοτήσεις, απαιτήσεις από δικαστικές διεκδικήσεις, στοιχεία για την παροχή αδειών άσκησης επαγγέλματος, πληροφορίες για κατοχή ακινήτων, αυτοκινήτων, αεροσκαφών, πλοίων ή σκαφών αναψυχής και λοιπών περιουσιακών στοιχείων.»
3. Η παράγραφος 5 του άρθρου 82 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται ως εξής:
«5. Νόμιμοι ελεγκτές και ελεγκτικά γραφεία που είναι εγγεγραμμένοι στο δημόσιο μητρώο του ν. 3693/2008 (ΦΕΚ Αʼ174) και διενεργούν υποχρεωτικούς ελέγχους σε ανώνυμες εταιρείες και εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, υποχρεούνται στην έκδοση ετήσιου πιστοποιητικού. Το πιστοποιητικό αυτό εκδίδεται μετά από έλεγχο που διενεργείται, παράλληλα με τον έλεγχο της οικονομικής διαχείρισης, για όλα τα φορολογικά αντικείμενα. Ο έλεγχος αυτός καθορίζεται κάθε χρόνο από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών σε συνεργασία με την Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων (ΕΛΤΕ). Το πιο πάνω πιστοποιητικό, με τις παρατηρήσεις και παραβάσεις των διατάξεων της φορολογικής νομοθεσίας, κοινοποιείται με ευθύνη του νόμιμου ελεγκτή ή ελεγκτικού γραφείου στη Διεύθυνση Ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών το αργότερο μέσα σε ένα μήνα από την έκδοσή του. Κάθε παράλειψη των πιο πάνω προσώπων διώκεται και τιμωρείται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις του ν. 3693/2008.»
4. Η παράγραφος 7 του άρθρου 82 του Κ.Φ.Ε. καταργείται.
5. Στο άρθρο 82 του Κ.Φ.Ε. η παράγραφος 8 αναριθμείται σε 7 και προστίθεται νέα παράγραφος 8 ως εξής:
«8. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών ή κοινές αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών και του αρμόδιου κατά περίπτωση Υπουργού καθορίζεται το είδος των υποβαλλόμενων στοιχείων και πληροφοριών, ο τρόπος και ο χρόνος υποβολής αυτών και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων.»
6. Το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 83 του Κ.Φ.Ε αντικαθίστανται ως εξής:
«Αν πρόκειται για εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα, ο υπόχρεος χορηγεί μία μόνο βεβαίωση σε κάθε δικαιούχο στην οποία αναγράφει το σύνολο των αμοιβών. Επίσης, αν πρόκειται για εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις, ο υπόχρεος χορηγεί μία μόνο βεβαίωση σε κάθε δικαιούχο, στην οποία αναγράφει το σύνολο του εισοδήματος από εμπορικές επιχειρήσεις. Τα πλήρη στοιχεία που περιλαμβάνονται στις βεβαιώσεις αποδοχών, υποβάλλονται στον προϊστάμενο της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, μαζί με την ετήσια οριστική δήλωση μισθωτών υπηρεσιών, οριστική δήλωση ελευθέριων επαγγελμάτων καθώς και οριστική δήλωση από εμπορικές επιχειρήσεις κατά περίπτωση. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην εφημερίδα της κυβερνήσεως, για ορισμένες κατηγορίες υποχρέων, οι ίδιες πιο πάνω πληροφορίες υποβάλλονται στον προϊστάμενο της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας με τη χρήση σύγχρονων ηλεκτρονικών μεθόδων και δικτυακών υποδομών ή σε μαγνητικά μέσα κατά περίπτωση.»
7. Ο λογιστής φοροτεχνικός, κάτοχος ειδικής άδειας ασκήσεως επαγγέλματος του ν. 2515/1997 (ΦΕΚ Αʼ154) υποχρεούται στην απόκτηση πιστοποιητικού από το Οικονομικό Επιμελητήριο της Ελλάδος. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται το περιεχόμενο, οι προϋποθέσεις, τα κριτήρια με βάση τα οποία χορηγείται το πιστοποιητικό αυτό, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής.
8. Ο λογιστής φοροτεχνικός υποχρεούται στην απόκτηση ψηφιακής υπογραφής για την επικοινωνία του με τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται όλες οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής.
9. Η παράγραφος 3 του άρθρου 38 του ν. 2873/2000 αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Ο λογιστής φοροτεχνικός είναι υπεύθυνος για την ορθή μεταφορά των οικονομικών δεδομένων από τα στοιχεία στα βιβλία, για την ακρίβεια των δηλώσεων ως προς τη συμφωνία αυτών με τα φορολογικά και οικονομικά δεδομένα που προκύπτουν από τα τηρούμενα βιβλία. Επίσης, είναι υπεύθυνος για την ορθή φορολογική αναμόρφωση των αποτελεσμάτων με τις δαπάνες που δεν αναγνωρίζονται και τις οποίες παραθέτει αναλυτικά σε κατάσταση που συνυποβάλλεται με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος. Το περιεχόμενο της κατάστασης αυτής υπόκειται στον έλεγχο του άρθρου 66 του Κ.Φ.Ε. Τέλος, με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος δηλώνεται, ότι κατά τη διαρρεύσασα διαχειριστική περίοδο έχουν υποβληθεί ορθά όλες οι δηλώσεις παρακρατούμενου φόρου εισοδήματος και απόδοσης των έμμεσων φόρων.
Για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής, ο λογιστής φοροτεχνικός υπογράφει τις δηλώσεις της παραγράφου 2, καθώς και τα συνυποβαλλόμενα έντυπα ή καταστάσεις, όπως αυτά καθορίζονται κάθε φορά με τις οικείες αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών. Επίσης, κατά την υποβολή των δηλώσεων οι λογιστές φοροτεχνικοί αναγράφουν υποχρεωτικά το ονοματεπώνυμο, τη διεύθυνση κατοικίας τους ή της έδρας του επαγγέλματός τους, κατά περίπτωση, τον Α.Φ.Μ., την αρμόδια Δ.Ο.Υ για τη φορολογία τους, τον αριθμό μητρώου της άδειας άσκησης επαγγέλματός τους και την κατηγορία της αδείας τους.»
10. Το άρθρο 49 του ν. 2065/1992 (ΦΕΚ Αʼ113) καταργείται.
Άρθρο 18
Ενθάρρυνση επαναπατρισμού κεφαλαίων
1. Φυσικά ή νομικά πρόσωπα που υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος στην Ελλάδα μπορούν να μεταφέρουν, μέσα σε έξι μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος, τις καταθέσεις που διατηρούν στην αλλοδαπή ή μέρος αυτών σε προθεσμιακό λογαριασμό κατάθεσης στην Ελλάδα, διάρκειας τουλάχιστον ενός έτους, εφόσον καταβάλουν φόρο με συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%) επί της αξίας των καταθέσεων που μεταφέρουν, κατά το χρόνο της μεταφοράς.
2. Η εισαγωγή των κεφαλαίων γίνεται αποκλειστικά μέσω τράπεζας ή άλλου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος, εγκατεστημένου στην Ελλάδα με «δήλωση-εξουσιοδότηση» του φυσικού ή νομικού προσώπου που προβαίνει στη μεταφορά της κατάθεσης. Κατά την εισαγωγή των κεφαλαίων, η ημεδαπή τράπεζα ή το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, κατά περίπτωση, προβαίνει σε παρακράτηση του φόρου που οφείλεται και τον αποδίδει με ειδική δήλωση στη Δ.Ο.Υ. που ανήκει, μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου από την παρακράτηση μήνα. Οι διατάξεις των άρθρων 66 μέχρι και 71, 74, 75 και 84 του Κ.Φ.Ε. καθώς και του ν. 2523/1997 (ΦΕΚ Α΄179) εφαρμόζονται ανάλογα και στο φόρο που οφείλεται με βάση το άρθρο αυτό.
3. Οι τράπεζες και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να τηρούν τις διατάξεις σχετικά με το τραπεζικό και φορολογικό απόρρητο για τα πρόσωπα που κάνουν χρήση των διατάξεων του άρθρου αυτού ή ζητούν πληροφορίες για την εφαρμογή του.
4. Με την καταβολή του φόρου επί της αξίας των κεφαλαίων που εισάγονται εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση του υπόχρεου φυσικού ή νομικού προσώπου για τα κεφάλαια που εισάγει. Επίσης, για τα κεφάλαια αυτά δεν ερευνάται, προκειμένου για την εφαρμογή των ισχυουσών φορολογικών διατάξεων, ο τρόπος απόκτησής τους και επιπλέον, λαμβάνονται υπόψη για την κάλυψη ή τον περιορισμό της διαφοράς μεταξύ της συνολικής δαπάνης που προκύπτει, σύμφωνα με τα άρθρα 16 και 17 του Κ.Φ.Ε. και του εισοδήματος που δηλώνεται ή προσδιορίζεται από την Φορολογούσα Αρχή, κατʼ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 του ίδιου νόμου.
5. Αν τα κεφάλαια που εισάγονται τοποθετηθούν σε τίτλους δανείων του Ελληνικού Δημοσίου, οι οποίοι διακρατούνται τουλάχιστον για δύο έτη από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εισήγαγε τα κεφάλαια ή διατεθούν τα κεφάλαια αυτά μέσα σε δύο χρόνια από το χρόνο εισαγωγής τους για την αγορά ακινήτου πλην οικοπέδου, για την ανέγερση οποιουδήποτε είδους οικοδομής στην Ελλάδα ή για οποιαδήποτε άλλη επένδυση επιχειρηματικής δραστηριότητας, το πενήντα τοις εκατό (50%) του καταβληθέντος φόρου επιστρέφεται άτοκα. Σε περίπτωση που επενδυθεί μέρος του κεφαλαίου που εισήχθη, επιστρέφεται το μέρος του επιστρεπτέου φόρου που αναλογεί στην αξία της επένδυσης.
6. Με Αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται:
α) ο τύπος και το περιεχόμενο της «δήλωσης-εξουσιοδότησης» του προσώπου που προβαίνει στη μεταφορά της κατάθεσης,
β) ο τρόπος και η διαδικασία μεταφοράς των κεφαλαίων στην Ελλάδα,
γ) ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης με την οποία οι τράπεζες ή τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα αποδίδουν τον παρακρατηθέντα φόρο στο Δημόσιο,
δ) η διαδικασία επιστροφής του φόρου που παρακρατήθηκε και αποδόθηκε στο Δημόσιο, όταν τα εισαχθέντα κεφάλαια επενδύθηκαν σύμφωνα με την παράγραφο 5 και
ε) κάθε άλλη λεπτομέρεια, αναγκαία για την εφαρμογή του άρθρου αυτού.
7. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας των έξι μηνών που ορίζεται από την παράγραφο 1, οι ελληνικές αρχές ενεργοποιούν κάθε διεθνή ή ευρωπαϊκή συμφωνία προκειμένου να διαπιστώσουν τις καταθέσεις, που έχουν τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, σε τράπεζες της αλλοδαπής.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ B΄
KΩΔΙΚΑΣ ΒΙΒΛΙΩΝ ΚΑΙ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 19
Κώδικας Βιβλίων και Στοιχείων
Οι διατάξεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Π.Δ. 186/1992 – ΦΕΚ 84Α΄) όπως ισχύουν, αντικαθίστανται, τροποποιούνται και συμπληρώνονται ως εξής:
1. Τα τέσσερα τελευταία εδάφια της παραγράφου 5 του άρθρου 2 αντικαθίστανται ως εξής:
Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου της παραγράφου αυτής δεν εφαρμόζονται επί ελευθέρων επαγγελματιών, επί επιτηδευματιών που πραγματοποιούν ακαθάριστα έσοδα από χονδρικές πωλήσεις κατά ποσοστό τουλάχιστον εξήντα τοις εκατό (60%) ή εξαγωγές ανεξάρτητα από ποσοστό, επί επιτηδευματιών που υποχρεούνται στην τήρηση πρόσθετων βιβλίων της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του παρόντος Κώδικα, ως και επί επιτηδευματιών που παρέχουν υπηρεσίες από επαγγελματική εγκατάσταση ή παρέχουν υπηρεσίες επισκευής ή συντήρησης τεχνικών έργων ή εγκαταστάσεων επιτηδευματιών ή μη.
Ειδικά και ανεξάρτητα από το ύψος των ακαθάριστων εσόδων απαλλάσσεται από την τήρηση βιβλίων, ο πλανόδιος λαχειοπώλης, μόνο για τη δραστηριότητα αυτή.
2. Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης γ΄ στις παραγράφου 3 του άρθρου 4 αντικαθίσταται ως εξής:
«γ) Ο πρατηριούχος υγρών καυσίμων για την εμπορία βενζίνης και πετρελαίου, ο εκμεταλλευτής περιπτέρου, ο πωλητής οπωρολαχανικών νωπών αλιευμάτων και λοιπών αγροτικών προϊόντων αποκλειστικά στις κινητές λαϊκές αγορές ή πλανοδίως, ο επιτηδευματίας του μητρώου ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ. για την εμπορία πετρελαίου εσωτερικής καύσης (DIESΕL) θέρμανσης και ο εκμεταλλευτής κινητής καντίνας.»
3. Οι παράγραφοι 4 και 6 του άρθρου 4 καταργούνται.
4. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου 4 αντικαθίσταται ως εξής:
«7. Για την εφαρμογή των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων 3 και 5 τα όρια για την κατηγορία τήρησης βιβλίων, ορίζονται με βάση το ύψος των ετήσιων ακαθάριστων εσόδων της προηγούμενης διαχειριστικής περιόδου, ως ακολούθως:
| Κατηγορίες βιβλίων |
όρια ακαθάριστων εσόδων |
| Δεύτερη |
μέχρι και 1.500.000 ευρώ |
| Τρίτη |
άνω των 1.500.000 ευρώ |
5. Στη παράγραφο 8 του άρθρου 4 προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής:
«Ειδικά ο επιτηδευματίας της Α΄ κατηγορίας μπορεί να τηρήσει βιβλία ανώτερης κατηγορίας και από την αρχή κάθε μήνα, με τις προϋποθέσεις που ορίζονται από το πρώτο εδάφιο της παραγράφου αυτής».
6. Το άρθρο 5 «Βιβλίο Αγορών» καταργείται.
7. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 6 αντικαθίσταται ως εξής:
«Τα ποσά των εξόδων μέχρι εκατόν πενήντα (150) ευρώ έκαστο και ο Φ.Π.Α. που αντιστοιχεί σε αυτά μπορεί να καταχωρούνται καθημερινά στις στήλες που αφορούν συγκεντρωτικά με ένα ποσό, με αναγραφή και του πλήθους των αντίστοιχων δικαιολογητικών».
8. To πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 6 αντικαθίσταται ως εξής:
«6. Ο επιτηδευματίας της δεύτερης κατηγορίας τηρεί και βιβλίο απογραφών εμπορεύσιμων περιουσιακών στοιχείων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 27 και 28 του παρόντος Κώδικα, εφόσον τα ετήσια ακαθάριστα έσοδά του από πώληση αγαθών υπερέβησαν το 10% του γενικού ορίου τήρησης βιβλίων Γ΄ κατηγορίας όπως αυτό ορίζεται από το άρθρο 4 του παρόντος».
9. Η παράγραφος 4 του άρθρου 7 αντικαθίσταται ως εξής:
«4. Το πρώτο, το δεύτερο και το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 6 έχουν ανάλογη εφαρμογή και επί τήρησης βιβλίων Γ΄ κατηγορίας.»
10. Η παράγραφος 2 του άρθρου 8 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Ο επιτηδευματίας που ενεργεί επεξεργασία για ίδιο λογαριασμό ή για ίδιο λογαριασμό και για λογαριασμό τρίτων, εφόσον κατά τις δύο προηγούμενες διαχειριστικές περιόδους τα ετήσια ακαθάριστα έσοδά του υπερέβησαν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) ευρώ ή το ποσό των έξι εκατομμυρίων πεντακοσίων χιλιάδων (6.500.000) ευρώ προκειμένου για επιτηδευματία που πωλεί τα προϊόντα του εκτός της χώρας ή ενεργεί επεξεργασία και για λογαριασμό κατοίκου άλλης χώρας κατά ποσοστό άνω του ογδόντα τοις εκατό (80%) του συνόλου των ετήσιων ακαθάριστων εσόδων του κλάδου επεξεργασίας, τηρεί βιβλίο αποθήκης πρώτων υλών, έτοιμων προϊόντων και υποπροϊόντων. Στο βιβλίο αποθήκης καταχωρούνται, για κάθε αγαθό, οι αγορές και πωλήσεις κατʼ είδος, ποσότητα και αξία και η εντός και εκτός της επιχείρησης ποσοτική διακίνηση κατʼ είδος και ποσότητα. Όταν ο επιτηδευματίας ενεργεί επεξεργασία και για λογαριασμό τρίτων, στο βιβλίο αποθήκης παρακολουθούνται οι πρώτες ύλες και τα έτοιμα προϊόντα των τρίτων ξεχωριστά τουλάχιστον κατʼ είδος και ποσότητα.
Η αξία κτήσης των πρώτων υλών, που διατέθηκαν για την επεξεργασία, καθώς και το κόστος των έτοιμων προϊόντων και υποπροϊόντων που παράχθηκαν, αναγράφεται στο βιβλίο αποθήκης στο τέλος της διαχειριστικής περιόδου και μέχρι την προθεσμία σύνταξης του ισολογισμού.
Βοηθητικές ύλες και υλικά συσκευασίας παρακολουθούνται στο βιβλίο αποθήκης συνολικά μόνο κατʼ αξία σε αντίστοιχο λογαριασμό.
Ο παραπάνω επιτηδευματίας ο υπόχρεος σε τήρηση βιβλίου αποθήκης εκδίδει δελτίο εσωτερικής διακίνησης για την εντός της ημέρας εξαγωγή από την αποθήκη προς την παραγωγική διαδικασία πρώτων υλών, ιδίων ή τρίτων ή την επαναφορά τους στην αποθήκη, καθώς και για τα εντός της ημέρας παραχθέντα έτοιμα προϊόντα που εισάγονται στην αποθήκη ετοίμων. Στο δελτίο εσωτερικής διακίνησης αναγράφεται το είδος και η ποσότητα των αγαθών που διακινούνται, καθώς και ο χώρος προέλευσης και προορισμού των αγαθών».
11. Το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 8 αντικαθίστανται ως εξής:
«Στο υποκατάστημα από τα βιβλία του οποίου δεν εξάγεται αυτοτελές λογιστικό αποτέλεσμα, ή στον αποθηκευτικό χώρο μπορεί να μην τηρείται ίδιο βιβλίο αποθήκης, με την προϋπόθεση ότι θα δίνονται στον έλεγχο άμεσα τα ποσοτικά υπόλοιπα των μερίδων του βιβλίου αποθήκης του υποκαταστήματος ή του αποθηκευτικού χώρου, μέχρι την ημέρα που σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 17 και της παραγράφου 2 του άρθρου 24 έπρεπε να έχει γίνει ενημέρωσή του.»
12. Τα δύο τελευταία εδάφια της παραγράφου 6 του άρθρου 8 αντικαθίστανται ως εξής:
«Όταν οι εγκαταστάσεις του επιτηδευματία στεγάζονται στον ίδιο ή σε συνεχόμενο κτιριακό χώρο, μπορεί να τηρείται για κάθε αγαθό μία ενιαία μερίδα για όλες τις εγκαταστάσεις.
Όταν επαγγελματικές εγκαταστάσεις του επιτηδευματία απαλλάσσονται από την έκδοση δελτίων αποστολής, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης γʼ της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του Κώδικα αυτού, μπορεί να τηρείται για όλες τις απαλλασσόμενες εγκαταστάσεις από την έκδοση δελτίων αποστολής μία ενιαία μερίδα για κάθε αγαθό».
13. Η περίπτωση Α΄ της παραγράφου 7 του άρθρου 8 αντικαθίσταται ως εξής:
«Α) Στην έδρα ή στο υποκατάστημα με αυτοτελή λογιστική μερίδα «Κεντρικής Αποθήκης» για όλες τις εγκαταστάσεις, στην οποία καταχωρούνται για κάθε αγαθό:
α) κατά ποσότητα και αξία οι αγορές και οι πωλήσεις,
β) η ποσότητα των πρώτων υλών, που διατέθηκαν για επεξεργασία και
γ) η ποσότητα των έτοιμων προϊόντων και υποπροϊόντων που παράχθηκαν.
Η αξία κτήσης των πρώτων υλών, που διατέθηκαν στην παραγωγή, καθώς και το κόστος των έτοιμων προϊόντων και υποπροϊόντων που παράχθηκαν τίθεται στο τέλος της χρήσης με την κοστολόγηση.»
14. Η περίπτωση «Β» της παραγράφου 7 του άρθρου 8 αντικαθίσταται ως εξής:
«Β) Στην έδρα βιβλίο αποθήκης σε ιδιαίτερες μερίδες ανά επαγγελματική εγκατάσταση και ανά τρίτο κατʼ είδος και ποσότητα κατά την εισαγωγή και εξαγωγή».
15. Η υποπερίπτωση α΄ της περίπτωσης Α΄ της παραγράφου 8 του άρθρου 8 αντικαθίσταται ως εξής:
«α) Εντός δέκα ημερών από την ολοκλήρωση της πρώτης παραγωγής κάθε προϊόντος οι τεχνικές προδιαγραφές αυτού. Οι τεχνικές προδιαγραφές περιλαμβάνουν πλην των άλλων τεχνικών δεδομένων τη για κάθε μονάδα παραγόμενου έτοιμου προϊόντος απαιτούμενη ποσότητα πρώτων υλών, καθώς και την προϋπολογιζόμενη φύρα παραγωγής. Για τα εξατομικευμένα αγαθά που κατασκευάζονται κατόπιν παραγγελίας του πελάτη αντί της αναγραφής τεχνικών προδιαγραφών καταχωρείται πριν από την έναρξη της παραγωγής στο βιβλίο τεχνικών προδιαγραφών ή στο βιβλίο αποθήκης πλήρης περιγραφή των προϊόντων που παραγγέλλονται.»
16. Η υποπερίπτωση α΄ της περίπτωσης Β΄ της παραγράφου 8 του άρθρου 8 αντικαθίσταται ως εξής:
«α) Συγκεντρώνονται το βραδύτερο εντός της προθεσμίας σύνταξης του ισολογισμού οι εντός της διαχειριστικής περιόδου που έληξε ποσότητες πρώτων υλών που αναλώθηκαν για την παραγωγή έτοιμου προϊόντος, καθώς και οι ποσότητες έτοιμου προϊόντος και υποπροϊόντων που παρήχθησαν μέσα στην ίδια διαχειριστική περίοδο.»
17. Στην παράγραφος 2 του άρθρου 9 προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Παρέχεται η δυνατότητα μη τήρησης των πιο πάνω βιβλίων, εφόσον οι συναλλαγές του υποκαταστήματος καταχωρούνται στα βιβλία της έδρας και ειδικά οι αγορές και οι πωλήσεις κάθε υποκαταστήματος παρακολουθούνται χωριστά από τα αντίστοιχα δεδομένα της έδρας ή άλλου υποκαταστήματος.»
18. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 9 προστίθεται προτελευταίο εδάφιο ως εξής:
«Παρέχεται η δυνατότητα μη τήρησης των πιο πάνω ημερολογίων και καταστάσεων εφόσον οι συναλλαγές του υποκαταστήματος καταχωρούνται στα βιβλία της έδρας και ειδικά οι αγορές οι πωλήσεις και το ταμείο κάθε υποκαταστήματος παρακολουθούνται χωριστά από τα αντίστοιχα δεδομένα της έδρας ή άλλου υποκαταστήματος και εφόσον δίνεται άμεσα στον έλεγχο το υπόλοιπο ταμείου κάθε υποκαταστήματος για το οποίο δεν τηρούνται βιβλία μέχρι την ημέρα που σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 17 ή της παραγράφου 4 του άρθρου 24, έπρεπε να έχει γίνει η ενημέρωση των βιβλίων.»
19. Από το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 9 απαλείφεται η περίπτωση γ΄.
20. Το τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 13 αντικαθίσταται ως εξής:
«Στην περίπτωση παροχής υπηρεσίας η απόδειξη εκδίδεται στο χρόνο που ορίζεται από τις διατάξεις των παραγράφων 14 και 15 του άρθρου 12 για το τιμολόγιο με εξαίρεση την περίπτωση παροχής υπηρεσιών στο Δημόσιο και στα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου από τους ασκούντες ελευθέριο επάγγελμα όπου η απόδειξη εκδίδεται με κάθε επαγγελματική τους είσπραξη από τα πρόσωπα αυτά, καθώς και την περίπτωση παροχής υπηρεσιών θεάματος ή μεταφοράς προσώπων όπου τα εισιτήρια εκδίδονται το αργότερο κατά το χρόνο έναρξης του θεάματος ή της μεταφοράς.»
21. Η φράση «Τα δεδομένα των βιβλίων του υποκαταστήματος μεταφέρονται στα βιβλία της έδρας:» του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 17 αντικαθίσταται ως εξής:
«Όταν στο υποκατάστημα τηρούνται ιδιαίτερα βιβλία, τα δεδομένα τους μεταφέρονται στα βιβλία της έδρας:».
22. Τα δύο πρώτα εδάφια της παραγράφου 6 του άρθρου 17 αντικαθίστανται ως εξής:
«6. Με γνωστοποίηση στον προϊστάμενο Δ.Ο.Υ. της έδρας παρατείνεται για μία φορά εντός της διαχειριστικής περιόδου η προθεσμία ενημέρωσης των βιβλίων που ορίζεται από τις παραγράφους 1, 2 περιπτώσεις αʼ, βʼ, και γʼ και 5 του άρθρου αυτού μέχρι πενήντα ημέρες και όχι πέραν από την προθεσμία υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος ή το χρόνο κλεισίματος του ισολογισμού όταν τηρούνται βιβλία Γʼ κατηγορίας. Με έγκριση του προϊσταμένου και με τις ίδιες προϋποθέσεις η ανωτέρω προθεσμία ενημέρωσης των βιβλίων μπορεί να παραταθεί και πέραν των πενήντα ημερών ή και για κάθε επόμενη, πέραν της πρώτης φοράς, εντός της ίδιας διαχειριστικής περιόδου.»
23. Το τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 18 καταργείται και το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 18 αντικαθίσταται ως εξής:
«Ειδικά για την απόδειξη της συναλλαγής από το λήπτη φορολογικού στοιχείου που αφορά αγορά αγαθών ή λήψη υπηρεσιών καθώς και στοιχεία αγοράς αγροτικών προϊόντων, αξίας τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και άνω απαιτείται η τμηματική ή ολική εξόφληση να γίνεται μέσω τραπεζικού λογαριασμού ή με δίγραμμη επιταγή».
24. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 20 η φράση «Μέχρι την τριακοστή (30η) Σεπτεμβρίου» αντικαθίσταται σε «Μέχρι την εικοστή πέμπτη (25η) Μαΐου» και στην περίπτωση α΄ της ιδίας παραγράφου προστίθεται νέο εδάφιο ως ακολούθως:
«Εξαιρετικά, δεν συμπεριλαμβάνονται στις καταστάσεις αυτές συναλλαγές, εφόσον η αξία ενός εκάστου στοιχείου που έχει εκδοθεί γιʼ αυτές δεν υπερβαίνει τα τριακόσια (300) ευρώ».
25. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 21 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«3. Επιτρέπεται στους επιτηδευματίες του Κώδικα αυτού, να διαφυλάττουν τα φορολογικά στοιχεία εκδόσεώς τους, πλην των συνοδευτικών, σε μικροφίλμς ή σε ηλεκτρονική μορφή (οπτικοί δίσκοι CD-ROM τεχνολογίας WORM) με φωτογράφιση ή ψηφιοποίηση από τα αντίστοιχα στελέχη, μετά την υποβολή των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος και φόρου προστιθέμενης αξίας, για όσο χρόνο ορίζεται στις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού, εφόσον υπάρχει και σύστημα αναζήτησης, εμφάνισης και εκτύπωσης (αναπαραγωγής) των φορολογικών στοιχείων».
26. Η παράγραφος 3 του άρθρου 25 αντικαθίσταται ως εξής:
«Εφόσον η επαγγελματική εγκατάσταση διαθέτει απευθείας σύνδεση με την έδρα και δεν τηρούνται βιβλία στην εγκατάσταση αυτή, πρέπει να είναι δυνατή άμεσα η ανάγνωση και η εκτύπωση σε κάθε επαγγελματική εγκατάσταση, των ποσοτικών υπολοίπων των μερίδων του βιβλίου αποθήκης και επιπλέον για τα υποκαταστήματα του υπολοίπου του λογαριασμού ταμείου επί τήρησης βιβλίων τρίτης κατηγορίας, μέχρι την ημέρα που σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 4 του άρθρου 24 έπρεπε να έχει γίνει ενημέρωση του βιβλίου αποθήκης ή των ημερολογίων.»
27. Οι περιπτώσεις α΄ και β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 36 αντικαθίστανται ως εξής:
«α) να απαλλάσσει μετά σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου Επιθεωρητή, από την έναρξη της διαχειριστικής του περιόδου
αα) τον υπόχρεο από την τήρηση βιβλίων δεύτερης κατηγορίας και από την έκδοση των αποδείξεων παροχής υπηρεσιών ή πώλησης αγαθών και
αβ) τον πωλητή αποκλειστικά σε υπαίθρια σταθερά σημεία πώλησης αγαθών όπως, κουλουριών, ψημένων καλαμποκιών και κάστανων,
β) να εντάσσει τον επιτηδευματία, που απαλλάσσεται από την τήρηση βιβλίων με βάση τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 2 του Κώδικα αυτού, στη δεύτερη κατηγορία».
28. Η παράγραφος 3 του άρθρου 36 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«3. Αν κατά τη διάρκεια φορολογικού ελέγχου διαπιστωθεί η ύπαρξη βιβλίων, στοιχείων ή εγγράφων, επίσημων ή ανεπίσημων, από τα οποία είναι ενδεχόμενο να προκύπτει απόκρυψη φορολογητέας ύλης, κατάσχονται από τον υπάλληλο που ενεργεί τον φορολογικό έλεγχο και παραδίδονται στον αρμόδιο προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., ο οποίος εφόσον με βάση αυτά ενεργεί φορολογική εγγραφή, τα διαφυλάσσει μέχρι την τελεσιδικία αυτής. Για τις κατασχέσεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις των πέντε τελευταίων εδαφίων της επόμενης παραγράφου».
29. Η παράγραφος 5 του άρθρου 36 καταργείται.
Άρθρο 20
Διασφάλιση και Έλεγχος Συναλλαγών
1. Για συναλλαγές επιτηδευματιών συνολικής αξίας άνω των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με άλλους επιτηδευματίες και πρόσωπα της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του Κ.Β.Σ. τα δεδομένα των φορολογικών στοιχείων που εκδίδονται, διαβιβάζονται ηλεκτρονικά σε κεντρική βάση δεδομένων του Υπουργείου Οικονομικών.
2. Φορολογικά στοιχεία αξίας ή λοιπά έγγραφα που εκδίδονται ή συντάσσονται αντί φορολογικών στοιχείων, συνολικής αξίας άνω των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, τα οποία εκδίδονται για συναλλαγές μεταξύ επιτηδευματιών εξοφλούνται μέσω επαγγελματικών τραπεζικών λογαριασμών του εκδότη ? πωλητή αγαθών ή υπηρεσιών και του λήπτη των αντίστοιχων στοιχείων ή επιταγών που εξοφλούνται μέσω των ίδιων λογαριασμών, οι οποίοι διασυνδέονται με ασφαλή ηλεκτρονική βάση δεδομένων της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, καμπτόμενου προς τούτο του τραπεζικού απορρήτου.
3. Τα φορολογικά στοιχεία συνολικής αξίας χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ και άνω που εκδίδονται για πώληση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών σε ιδιώτες εξοφλούνται από τους λήπτες τους, αγοραστές των αγαθών ή των υπηρεσιών, μέσω τράπεζας, με χρεωστικές ή πιστωτικές κάρτες και με επιταγές. Δεν επιτρέπεται εξόφληση των στοιχείων αυτών με μετρητά.
4. Το βάρος της απόδειξης της συναλλαγής φέρει και ο λήπτης του φορολογικού στοιχείου κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 9 του άρθρου 18 του ΚΒΣ, και οφείλει, εκτός των οριζομένων στην παράγραφο αυτή, να επιβεβαιώνει από ηλεκτρονική βάση δεδομένων της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων (Γ.Γ.Π.Σ.) του Υπουργείου Οικονομικών και την ακρίβεια των στοιχείων του αντισυμβαλλόμενου εκδότη, για φορολογικά στοιχεία συνολικής αξίας άνω των 3.000 ευρώ.
5. Ο χρόνος στον οποίο διαβιβάζονται, τα δεδομένα των στοιχείων που αναφέρονται στη παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, ο τρόπος, η διαδικασία, η έκταση εφαρμογής, ο τρόπος επιβεβαίωσης και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προαναφερόμενων παραγράφων 1, 2, 3 και 4 του άρθρου αυτού, καθορίζονται με Αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΕΙΣ- ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΕΣ-ΔΩΡΕΕΣ-ΓΟΝΙΚΕΣ ΠΑΡΟΧΕΣ-ΚΕΡΔΗ ΑΠΟ ΛΑΧΕΙΑ
Άρθρο 21
Απαλλαγή πρώτης κατοικίας
1. Οι παράγραφοι 1, 2, 3 και 4 του άρθρου 1 του ν. 1078/1980 (ΦΕΚ 238 Α΄) αντικαθίστανται ως εξής:
«1. Συμβάσεις αγοράς εξ ολοκλήρου και κατά πλήρη κυριότητα κατοικίας ή οικοπέδου από έγγαμο ή ενήλικο άγαμο απαλλάσσονται από το φόρο μεταβίβασης, εφόσον ο αγοραστής ή ο σύζυγος ή οποιοδήποτε από τα ανήλικα τέκνα αυτού δεν έχει δικαίωμα πλήρους κυριότητας ή επικαρπίας ή οίκησης σε κατοικία ή σε ιδανικό μερίδιο αυτής που πληροί τις στεγαστικές ανάγκες της οικογένειάς του ή δικαίωμα πλήρους κυριότητας σε οικόπεδο οικοδομήσιμο ή σε ιδανικό μερίδιο οικοπέδου στο οποίο αντιστοιχεί εμβαδόν κτίσματος που πληροί τις στεγαστικές του ανάγκες και βρίσκονται σε δημοτικό ή κοινοτικό διαμέρισμα με πληθυσμό άνω των τριών χιλιάδων (3.000) κατοίκων. Για την έννοια του οικοπέδου έχουν εφαρμογή οι σχετικές πολεοδομικές διατάξεις.
Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται και όταν ο αγοραστής είναι κύριος εξ αδιαιρέτου ποσοστού ή ψιλός κύριος ή επικαρπωτής κατοικίας ή οικοπέδου και αγοράζει το υπόλοιπο ποσοστό ή το εμπράγματο δικαίωμα της ψιλής κυριότητας ή της επικαρπίας, ώστε να γίνει κύριος ολόκληρου του ακινήτου, καθώς και στην περίπτωση αγοράς μη οικοδομήσιμου οικοπέδου, το οποίο με προσκύρωση ή αγορά τμήματος ομόρου οικοπέδου καθίσταται οικοδομήσιμο. Επίσης, η ανωτέρω απαλλαγή παρέχεται και κατά την αγορά κατά πλήρη κυριότητα ολόκληρου του ακινήτου και από τους δύο συζύγους.
Με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο, η απαλλαγή του εγγάμου παρέχεται και:
α) στο χήρο ή διαζευγμένο που έχει την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της οικογένειας,
β) στην άγαμη μητέρα ανηλίκων τέκνων ή στον εξ αναγνωρίσεως πατέρα, εφόσον του έχει ανατεθεί η επιμέλεια των τέκνων,
γ) στον άγαμο ενήλικο, ο οποίος παρουσιάζει αναπηρία τουλάχιστον 67% από διανοητική καθυστέρηση ή φυσική αναπηρία ή σε έγγαμο που έχει προστατευόμενα τέκνα, ανεξάρτητα από την ηλικία τους, που παρουσιάζουν την ίδια αναπηρία, και
δ) στον επιζώντα σύζυγο και τα ανήλικα τέκνα του αποβιώσαντος, στο όνομα του οποίου είχε εγκριθεί δάνειο από τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας (Ο.Ε.Κ.) για αγορά κατοικίας, που χορηγείται στους ως άνω κληρονόμους, ανεξάρτητα από το αν η αγορά γίνεται από τον έναν ή από όλους τους κληρονόμους μαζί εξ αδιαιρέτου.
Με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο, την απαλλαγή του αγάμου δικαιούνται και τα ανήλικα τέκνα, τα οποία στερούνται και τους δύο γονείς τους και τελούν υπό επιτροπεία ή υπό την επιμέλεια τρίτου προσώπου, που ορίστηκε με δικαστική απόφαση, είτε αγοράζουν ακίνητο εξ αδιαιρέτου, είτε αγοράζουν αυτοτελώς χωριστό ακίνητο το καθένα. Επίσης, της απαλλαγής του αγάμου μπορεί να τύχει ο σύζυγος που βρίσκεται σε διάσταση και έχει καταθέσει αίτηση ή αγωγή διαζυγίου τουλάχιστον προ έξι (6) μηνών από το χρόνο της αγοράς. Στην περίπτωση που έχει την επιμέλεια των ανήλικων τέκνων της οικογένειας, δικαιούται απαλλαγής ως έγγαμος. Αν δε λυθεί ο γάμος με διαζύγιο μέσα σε πέντε (5) έτη από την αγορά, αίρεται η χορηγηθείσα απαλλαγή και καταβάλλεται ο οικείος φόρος σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου αυτού.
Εάν ο αγοραστής ή ο σύζυγος ή τα ανήλικα τέκνα αυτού, που είναι κύριοι κατοικίας ή οικοπέδου ή ιδανικού μεριδίου αυτών, μεταβιβάσουν με επαχθή ή χαριστική αιτία την επικαρπία ή το δικαίωμα οίκησης ή ιδανικό μερίδιο επί της κατοικίας ή του οικοπέδου, το εμβαδόν των οποίων πληροί κατά το χρόνο της μεταβίβασης τις στεγαστικές τους ανάγκες, δεν παρέχεται απαλλαγή πριν από την παρέλευση χρονικού διαστήματος πέντε (5) ετών από τη μεταβίβαση της επικαρπίας ή της οίκησης ή του ιδανικού μεριδίου. Το ανωτέρω χρονικό διάστημα απαιτείται και όταν μεταβιβάζεται η ψιλή κυριότητα οικοπέδου ή ιδανικού μεριδίου αυτού.
2. Η απαλλαγή που προβλέπεται από την προηγούμενη παράγραφο παρέχεται:
α) για αγορά κατοικίας από άγαμο μέχρι ποσού αξίας εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, ενώ από έγγαμο μέχρι ποσού αξίας διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ. Το ποσό αυτό προσαυξάνεται κατά είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ για καθένα από τα δύο πρώτα τέκνα αυτού και κατά τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ για το τρίτο και καθένα από τα επόμενα τέκνα του,
β) για αγορά οικοπέδου από άγαμο μέχρι ποσού αξίας πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, ενώ από έγγαμο μέχρι ποσού αξίας εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ. Το ποσό αυτό προσαυξάνεται κατά δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ για καθένα από τα δύο πρώτα τέκνα αυτού και κατά δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ για το τρίτο και καθένα από τα επόμενα τέκνα του.
Σε περίπτωση αγοράς κατοικίας, στο ποσό της απαλλαγής περιλαμβάνεται και η αξία μίας θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου και ενός αποθηκευτικού χώρου, για επιφάνεια εκάστου έως είκοσι (20) τ.μ., εφόσον βρίσκονται στο ίδιο ακίνητο και αποκτώνται ταυτόχρονα με το ίδιο συμβόλαιο αγοράς.
3. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε συμβάσεις αγοράς ακινήτων, εφόσον ο αγοραστής κατοικεί μόνιμα στην Ελλάδα και εντάσσεται στις ακόλουθες κατηγορίες δικαιούχων:
α) Έλληνες,
β) ομογενείς από Αλβανία, Τουρκία και χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης,
γ) πολίτες των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
δ) αναγνωρισμένοι πρόσφυγες, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 96/2008 (ΦΕΚ 152 Α΄), και
ε) πολίτες τρίτων χωρών που απολαύουν του καθεστώτος του επί μακρόν διαμένοντος στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 150/2006 (ΦΕΚ 160 Α΄).
4. Το αγοραζόμενο οικόπεδο ή το οικόπεδο στο οποίο έχει ανεγερθεί η αγοραζόμενη κατοικία, πρέπει να είναι οικοδομήσιμο κατά το χρόνο της αγοράς. Η συνδρομή αυτής της προϋπόθεσης προκύπτει από βεβαίωση που εκδίδεται από τις αρμόδιες Δημόσιες Υπηρεσίες ή από αντίστοιχη δήλωση μηχανικού κατά τις διατάξεις του ν. 651/1977 και του ν. 1337/1983 πάνω στο τοπογραφικό διάγραμμα του μεταβιβαζόμενου ακινήτου.»
2. Στο τέλος της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 1078/1980 προστίθεται η φράση «καθώς και μεταξύ συζύγων».
3. Οι παράγραφοι 10 και 14 του άρθρου 1 του ν. 1078/1980 καταργούνται και οι παράγραφοι 11, 12, 13 και 15 του ιδίου άρθρου αναριθμούνται σε 10, 11, 12 και 13 αντίστοιχα.
4. Στο άρθρο 1 του ν. 1078/1980 προστίθεται νέα παράγραφος 14 ως εξής:
«Τα πρόσωπα που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3719/2008 (ΦΕΚ 241 Α΄) θεωρούνται σύζυγοι για την εφαρμογή του παρόντος, εφόσον το σύμφωνο έχει καταρτισθεί τουλάχιστον δύο (2) έτη πριν από την αγορά.»
Άρθρο 22
Συντελεστές του φόρου μεταβίβασης ακινήτων
1. Η περίπτωση Γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 1587/1950 (ΦΕΚ 294 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής:
«Γ) Σε κάθε άλλη περίπτωση σε 8% για το μέχρι είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ τμήμα της αξίας και σε 10% για το πέραν του ποσού αυτού τμήμα της.»
2. Το ν.δ. 3563/1956 (ΦΕΚ 221 Α΄) περί των πόρων της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας καταργείται.
3. Στην παράγραφο 1 του άρθρου μόνου του ν.δ. 317/1969 (ΦΕΚ 211 Α΄) διαγράφεται η φράση «και της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας».
4. Η περίπτωση β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου μόνου του ν.δ. 317/1969 διαγράφεται και οι περιπτώσεις γ΄ και δ΄ αναριθμούνται σε β΄ και γ΄ αντίστοιχα.
Άρθρο 23
Κατάργηση φόρου αυτομάτου υπερτιμήματος και τέλους συναλλαγής ακινήτων
Οι διατάξεις των άρθρων 2-19 του ν. 3427/2005 (ΦΕΚ 312 Α΄) καταργούνται.
Άρθρο 24
Επαναφορά Διατάξεων
Επαναφέρονται σε ισχύ οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 13 του ν. 634/1977 (Φ.Ε.Κ. 186 Α΄), όπως τροποποιήθηκαν με την παράγραφο 2 του άρθρου 5 του ν. 2520/1997 (Φ.Ε.Κ. 173 Α΄), καθώς και οι διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 13 του ν. 634/1977, όπως τροποποιήθηκαν με την παράγραφο 3 του άρθρου 5 του ν. 2520/1997, την παράγραφο 12 του άρθρου 70 του ν. 2538/1997 (Φ.Ε.Κ. 242 Α΄) και την παράγραφο 2 του άρθρου 8 του ν. 3220/2004 (Φ.Ε.Κ. 15 Α΄).
Άρθρο 25
Φορολογία κληρονομιών, δωρεών και γονικών παροχών
Α. Οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Λαχεία, ο οποίος κυρώθηκε με το ν.2961/2001 (ΦΕΚ 266 Α΄), αντικαθίστανται, τροποποιούνται και συμπληρώνονται ως εξής:
1.
α) Η περίπτωση ι του άρθρου 7 και η περίπτωση ε της παραγράφου 1 του άρθρου 40 καταργούνται και οι επόμενες περιπτώσεις αναριθμούνται. Μέσα σε προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, οι φορολογούμενοι υποχρεούνται να υποβάλουν δηλώσεις φόρου κληρονομιών, δωρεών και γονικών παροχών στις οποίες, κατά την ημερομηνία αυτή, είχαν εφαρμογή οι καταργούμενες διατάξεις. Για τον υπολογισμό του φόρου στις υποθέσεις αυτές ως χρόνος φορολογίας λαμβάνεται η ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
β) Η περίπτωση γ της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών καταργείται.
2. Στο άρθρο 12 προστίθεται παράγραφος 5 που έχει ως εξής:
«5. Για την επιβολή του αναλογούντος φόρου επί μετοχών, μερίδων ή μεριδίων, ποσοστών συμμετοχής ή λοιπών τίτλων εταιρειών ή λοιπών νομικών προσώπων που έχουν υποχρέωση καταβολής του ειδικού φόρου επί των ακινήτων, ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 15 του ν. 3091/2002 (ΦΕΚ Α΄ 330), όπως ισχύει, εφόσον η δήλωση φόρου κληρονομιάς, δωρεάς ή γονικής παροχής δεν υποβληθεί εμπρόθεσμα, ως φορολογητέα αξία λαμβάνεται η αξία των ακινήτων επί των οποίων έχουν εμπράγματο δικαίωμα πλήρους ή ψιλής κυριότητας ή επικαρπίας.».
3. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 15 αντικαθίσταται ως εξής:
«Σε μεταβίβαση για αόριστο χρόνο με χαριστική αιτία ή αιτία θανάτου του δικαιώματος ενάσκησης της επικαρπίας σε άλλο πρόσωπο εκτός του ψιλού κυρίου, η αξία αυτής προσδιορίζεται σε ποσοστό της αξίας της πλήρους κυριότητας κατά το χρόνο γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης με βάση την ηλικία του μεγαλύτερου μεταξύ του επικαρπωτή και του προσώπου που αποκτά το δικαίωμα ενάσκησης.».
4. Οι περιπτώσεις δ και ε της παραγράφου 5 του άρθρου 16 αντικαθίστανται ως εξής:
«δ) Όταν ο ψιλός κύριος αποκτήσει την ενάσκηση του δικαιώματος της επικαρπίας.
ε) Όταν ο ψιλός κύριος, με δήλωση που θα υποβάλει στον προϊστάμενο της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας οποτεδήποτε, ζητήσει την άμεση φορολόγηση της ψιλής κυριότητας. Στην περίπτωση αυτή χρόνος φορολογίας είναι ο χρόνος υποβολής της δήλωσης. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το αίτημα για την άμεση φορολόγηση της ψιλής κυριότητας υποβάλλεται με την εμπρόθεσμη δήλωση, χρόνος φορολογίας είναι ο οριζόμενος στα άρθρα 6, 7 και 8.».
5. Στο άρθρο 16 προστίθεται παράγραφος 7 που έχει ως εξής:
«7. Σε περίπτωση παρακράτησης ή μεταβίβασης με χαριστική αιτία ή αιτία θανάτου του δικαιώματος οίκησης, ο κύριος του ακινήτου εξομοιούται με ψιλό κύριο.».
6. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 17, το οποίο είχε τροποποιηθεί με την παράγραφο 4 του άρθρου 1 του ν.3634/2008 (ΦΕΚ 9 τ. Α΄), επαναφέρεται σε ισχύ ως είχε πριν την τροποποίησή του.
7. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 24 καταργείται.
8. Καταργούνται οι περιπτώσεις β, γ, ε, στ και ζ της παραγράφου 1 και οι περιπτώσεις β, δ και ε της παραγράφου 2 του άρθρου 25 και η περίπτωση α της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου αντικαθίσταται ως εξής:
«α) το Δημόσιο και».
9. Στο άρθρο 25 προστίθεται παράγραφος 3 που έχει ως εξής:
«3. Υπόκεινται σε αυτοτελή φορολόγηση, κατά τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 29, οι κτήσεις, εφόσον δικαιούχοι είναι:
α) τα ν.π.δ.δ., οι νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις, οι δήμοι, οι κοινότητες, οι ιεροί ναοί, οι ιερές μονές, το Ιερό Κοινό του Πανάγιου Τάφου, η Ιερή Μονή του όρους Σινά, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, η Εκκλησία της Κύπρου, η Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας και
β) τα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα νομικά πρόσωπα, τα οποία υπάρχουν ή συνιστώνται νόμιμα στην Ελλάδα, καθώς και τα αντίστοιχα αλλοδαπά με τον όρο της αμοιβαιότητας και οι περιουσίες του άρθρου 96 του α.ν.2039/1939 (ΦΕΚ 455 Α΄), εφόσον επιδιώκουν αποδειγμένα σκοπούς εθνωφελείς ή θρησκευτικούς ή σε ευρύτερο κύκλο φιλανθρωπικούς ή εκπαιδευτικούς ή καλλιτεχνικούς ή κοινωφελείς κατά την έννοια του άρθρου 1 του α.ν.2039/1939.».
Μάρτιος 23rd, 2010
Posted by
elogistiki |
Γενικά |
no comments
|
ΦΟΡΟΙ
|
|
Αντικείμενο
|
Εκπρόθεσμης δήλωσης φόρος |
Ανακριβής Δήλωση - φόρος |
Μη υποβολή δήλωσης - φόρος |
Σχετικές διατάξεις |
- Αποζημιώσεις απολυθέντων
- Ελευθέρων επαγγελματιών
- Εργολάβων Δημοσίων έργων
- Κινητών αξιών
- Φ.Μ.Υ
|
1,5% ανά μήνα και μέχρι το 100% |
3% ανά μήνα και μέχρι 200% |
3,5% ανά μήνα και μέχρι 200% |
άρθρα 1,2 του νόμου 2523/1997 (άρθρο 24 νόμου 3296/2004) |
| |
Σε περίπτωση συμβιβασμούπεριορίζεται στα 3/5 ή στο 60%
|
|
- Φόρος εισοδήματος νομικών προσώπων
- Φόρος εισοδήματος Φυσικών προσώπων
- Φορολογία μεταβίβασης Ακινήτων
- Φορολογία κληρονομιών Δωρεών Γονικών παροχών
|
1,0% ανά μήνα και μέχρι 100% |
2% ανά μήνα και μέχρι 200% |
2,5% ανά μήνα και μέχρι 200% |
Σχετικά άρθρα 1,2 του νόμου 2523/1997 (άρθρο 24 νόμου 3296/2004) |
| |
Σε περίπτωση συμβιβασμούπεριορίζεται στα 3/5 ή στο 60% |
|
| Σημ. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του νόμου 3610/2007, ο φορολογούμενος, εφόσον επιλεγεί για προσωρινό ή τακτικό έλεγχο, μπορεί να υποβάλει αρχικές ή συμπληρωματικές δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, Φ.Π.Α. και λοιπών φορολογιών, τελών και εισφορών, με μείωση στο 1/2 των πρόσθετων φόρων που προβλέπονται επί εκπροθέσμων δηλώσεων από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του ν.2523/1997. Το παραπάνω δικαίωμα ασκείται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών από της επίδοσης στον φορολογούμενο επί αποδείξει σχετικής έγγραφης πρόσκλησης της αρμόδιας ελεγκτικής αρχής. |
|
ΦΠΑ
|
|
Αντικείμενο
|
Εκπρόθεσμης δήλωσης φόρος |
Ανακριβής Δήλωση - φόρος |
Μη υποβολή δήλωσης - φόρος |
Σχετικές διατάξεις |
- ΦΠΑ χρεωστική Περιοδική Δήλωση
|
1,5% ανά μήνα και μέχρι 100% |
3% ανά μήνα και μέχρι 200% |
3,5% ανά μήνα και μέχρι 200% |
άρθρα 1,2 του νόμου 2523/1997 (άρθρο 24 νόμου 3296/2004) |
| |
Σε περίπτωση συμβιβασμούΠεριορίζεται στα 3/5 |
- ΦΠΑ χρεωστική Εκκαθαριστική Δήλωση
|
1,5% ανά μήνα και μέχρι 100% |
3% ανά μήνα και μέχρι 200% |
3,5% ανά μήνα και μέχρι 200% |
|
| |
Σε περίπτωση συμβιβασμούΠεριορίζεται στα 3/5 |
|
| |
Εκπρόθεσμη |
Μη υποβολή |
- ΦΠΑ Πιστωτική Περιοδική Δήλωση
|
Από 117- 1170 ευρώ |
Από 117- 1170 ευρώ |
| [Περιορίζεται στο 1/3] σε περίπτωση συμβιβασμού |
[Περιορίζεται στο 1/3] σε περίπτωση συμβιβασμού |
- ΦΠΑ πιστωτική - μηδενική Εκκαθαριστική Δήλωση
|
Από 117- 1170 ευρώ |
Από 117- 1170 ευρώ |
| [Περιορίζεται στο 1/3] σε περίπτωση συμβιβασμού |
[Περιορίζεται στο 1/3] σε περίπτωση συμβιβασμού |
| Σημ. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του νόμου 3610/2007, ο φορολογούμενος, εφόσον επιλεγεί για προσωρινό ή τακτικό έλεγχο, μπορεί να υποβάλει αρχικές ή συμπληρωματικές δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, Φ.Π.Α. και λοιπών φορολογιών, τελών και εισφορών, με μείωση στο 1/2 των πρόσθετων φόρων που προβλέπονται επί εκπροθέσμων δηλώσεων από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του ν.2523/1997. Το παραπάνω δικαίωμα ασκείται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών από της επίδοσης στον φορολογούμενο επί αποδείξει σχετικής έγγραφης πρόσκλησης της αρμόδιας ελεγκτικής αρχής. |
|
ΚΒΣ
|
| |
Μη υποβολή συγκεντρωτικών καταστάσεων ή υποβολή εκπρόθεσμα μετά το τέλος του έτους της προθεσμίας υποβολής ή παράλειψη καταχώρησης αντισυμβαλλομένων ή ανακριβής καταχώρηση αξίας για παραλείψεις ή ανακρίβειες πάνω από 14.673,00 ΕΥΡΩ μετά το τέλος του έτους. |
Παραλείψεις ή ανακρίβειες μέχρι 14.673,00 μη υποβολή στοιχείων εφόσον ο υπόχρεος υποβάλλει τα στοιχεία μέχρι τη λήξη της προθεσμίας της διοικητικής επίλυσης της διαφοράς ή άσκησης εμπρόθεσμης προσφυγής με μεγέθη μέχρι 14.673,00. |
- Συγκεντρωτικές Καταστάσεις [Κατηγορία Βιβλίων Α]
|
900,00 [Σε περίπτωση συμβιβασμού μειώνεται στο 1/3] |
300,00 [Σε περίπτωση συμβιβασμού μειώνεται στο 1/3] |
- Συγκεντρωτικές Καταστάσεις [Κατηγορία Βιβλίων Β]
|
1.800,00 [Σε περίπτωση συμβιβασμού μειώνεται στο 1/3] |
600,00 [Σε περίπτωση συμβιβασμού μειώνεται στο 1/3] |
- Συγκεντρωτικές Καταστάσεις [Κατηγορία Βιβλίων Γ]
|
2.700,00 [Σε περίπτωση συμβιβασμού μειώνεται στο 1/3] |
900,00 [Σε περίπτωση συμβιβασμού μειώνεται στο 1/3] |
- μη υποβολή Ισοζυγίων ή εκπρόθεσμη υποβολή πέραν των 6 μηνών
|
2.700,00 [Σε περίπτωση συμβιβασμού μειώνεται στο 1/3] |
- μη καταχώρηση της απογραφής των αποθεμάτων στο βιβλίο απογραφών
|
2.700,00 [Σε περίπτωση συμβιβασμού μειώνεται στο 1/3] |
| Σχετικά άρθρα 5,9 του νόμου 2523/1997 |
|
ΕΤΑΚ
|
|
Νομικά πρόσωπα
|
|
|
Μή δήλωσης |
|
| Εκπρόθεσμης δήλωσης |
Ανακριβής Δήλωση - φόρος |
Ελέγχου |
Σε περίπτωση συμβιβασμού |
| |
- Εκπρόθεσμη υποβολή Ενιαίου τέλους Ακινήτων Νομικών προσώπων πριν από την παρέλευση τριών μηνών από την καταληκτική προθεσμία υποβολής της δήλωσης.
|
1,0% ανά μήνα και μέχρι 100% |
2% ανά μήνα και μέχρι 200% |
2,5% και μέχρι 200% |
περιορίζεται στα 3/5 ή στο 60% |
Σχετικά άρθρα 1,2 του νόμου 2523/1997 καθώς και άρθρο 16 ν.3634/2008 |
- Εκπρόθεσμη υποβολή Ενιαίου τέλους Ακινήτων νομικών προσώπων µετά από παρέλευση τριών μηνών από την καταληκτική προθεσμία υποβολής της δήλωσης.
|
|
5000,00 |
περιορίζεται στα 3/5 ή στο 60% |
άρθρο 16 ν.3634/2008 |
- Εκπρόθεσμη υποβολή Ενιαίου τέλους Ακινήτων νομικών προσώπων σε περίπτωση που δεν προκύπτει φόρος
|
Από 117- 1170 ευρώ [Περιορίζεται στο 1/3] σε περίπτωση συμβιβασμού
|
|
Φυσικά πρόσωπα
|
| Εκπρόθεσμη πληρωμή τέλους (δόσης ) |
- Για διαφορά τέλους μέχρι και 500 ευρώ, ποσοστό 50% επί του οφειλόμενου τέλους
- Για διαφορά τέλους άνω των 500 ευρώ, ποσοστό 100% επί του οφειλόμενου τέλους.
|
[Σε περίπτωση συμβιβασμού μειώνεται στο 1/3] |
|
ΙΚΑ
|
| ΕΙΣΦΟΡΕΣ |
Εκπρόθεσμη πληρωμή
|
|
- ΙΚΑ εκπρόθεσμη καταβολή εισφορών
|
3,0% τον πρώτο μήνα 1,0% ανά μήναγια τους επόμενους και μέχρι 120% |
άρθρο 9 παρ. 6 του Ν. 3232/2004 |
|
ΑΠΔ
|
| |
|
|
- Εκπρόθεσμη υποβολή ΑΠΔ πριν από τη λήξη της προθεσμίας της επόμενης ΑΠΔ
|
10% πάνω στις συνολικές εισφορές της ΑΠΔ |
|
- Εκπρόθεσμη υποβολή ΑΠΔ πριν από τη λήξη της προθεσμίας της επόμενης ΑΠΔ
|
30% πάνω στις συνολικές εισφορές της ΑΠΔ |
|
- Για την ανακριβή υποβολή ΑΠΔ το ποσοστό της πρόσθετης επιβάρυνσηςείναι
|
30% |
|
- Για την περίπτωση πουκαταλογίζονται εισφορές πέραν των αναγραφόμενων στις ΑΠΔ, με βάση τους συντελεστές του άρθρου 38του Κ.Α.-ΙΚΑ
|
30% |
|
- Για την παράλειψη δήλωσης στην ΑΠΔ εργαζόμενου ή εργαζομένων
|
30% |
|
|
ΕΒΚΝΠ
|
- Μή καταχώρηση στο Ειδικό Βιβλίο Καταχώρησης Νεοπροσλαμβανόμενου Προσωπικού
|
500,00 ευρώ |
άρθρο 2 του Ν. 2556/1997 και 10 του Ν. 3232/2004 |
| ΣΥΡΡΟΗ ΠΑΡΑΒΑΣΕΩΝΡητά προβλέπεται ότι σε περίπτωση συρροής περισσότερων της μιας περιπτώσεων επιβολής πρόσθετης επιβάρυνσης εισφορών για παραβάσεις που αφορούν ΑΠΔ ίδιας χρονικής περιόδου, επιβάλλεται το ένα μόνο ποσοστό πρόσθετης επιβάρυνσης και αν αυτά είναι διαφορετικά, επιβάλλεται το μεγαλύτερο.
Παράδειγμα
Για κάποιον εργοδότη για τον οποίο διαπιστώθηκαν δύο παραβάσεις για την ίδια χρονική περίοδο (π.χ. παράλειψη απογραφής στο Μητρώο Εργοδοτών και μη υποβολή ΑΠΔ) επιβάλλεται πρόσθετη επιβάρυνση εισφορών ποσοστού 45%. |
| ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗΣ ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΜΕΤΑΒΟΛΩΝ ΣΤΟ ΙΚΑ |
|
|
300,00 |
Aρθρα 6 του Ν 2972/2001, 10 παρ. 1 του Ν 3050/2002 και 9 του Ν.3232/2004
|
- Αλλαγή της νομικής μορφής
|
150,00 |
- Αλλαγή των κατά νόμο υπευθύνων
|
300,00 |
- Αλλαγή των στοιχείων των υπευθύνων και του τόπου κατοικίας ή διαμονής τους
|
150,00 |
- Έναρξη απασχόλησης προσωπικού σε παράρτημα του εργοδότη
|
150,00 |
- Οριστική διακοπή των εργασιών της επιχείρησης ή παραρτήματός της
|
150,00 |
- Επαναλειτουργία της επιχείρησης που συνοδεύεται με έναρξη απασχόλησης προσωπικού στην έδρα ή και σε παράρτημα του εργοδότη
|
150,00 |
- Μεταφορά έδρας ή παραρτήματος του εργοδότη
|
150,00 |
Μάρτιος 1st, 2010
Posted by
elogistiki |
Πρόστιμα - Προσαυξήσεις |
no comments